Tuesday, February 17, 2015

Η Ελληνική καταγωγή των Βλάχων και η ρουμανική προπαγάνδα


Γράφει ο Μάριος Δημόπουλος
φιλόλογος-γλωσσολόγος, φυσικοπαθητικός διατροφολόγος, συγγραφέας





Ποιες θεωρίες έχουν εκφρασθεί για την καταγωγή των Βλάχων
Για την καταγωγή των Βλάχων έχουν εκφρασθεί πολλές θεωρίες, οι οποίες δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική αξία και αποτελούν – οι περισσότερες τουλάχιστον – προϊόν πολιτικής προπαγάνδας. Η πιο δημοφιλής άποψη είναι ότι οι Βλάχοι είναι Δακορουμανικής καταγωγής και προέρχονται από τη Δακία. Όπως όμως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια αυτού του άρθρου, αυτή η άποψη δεν ευσταθεί και αποτελεί προπαγάνδα των Ρουμάνων. Δυστυχώς αυτή την άποψη έχουν πιστέψει οι περισσότεροι. Και όμως αυτή η άποψη είναι ανιστόρητη και αντιεπιστημονική.
Πολλοί Ρουμάνοι υποστηρίζουν ότι το όνομα Ρουμάνοι προέρχεται από την πόλη Ρώμη και ότι σχετίζονται φυλετικά με τους Ρωμαίους. Σύμφωνα με αυτή την άποψη οι Ρωμαίοι τάχα πήγαν στη Δακία και από εκεί ένα μέρος τους κατέβηκε προς τον νότο ώς την Ελλάδα. Αγνοούν όμως οι Ρουμάνοι ότι το όνομα Ρώμη είναι ελληνικό και σημαίνει δύναμη. Αγνοούν επίσης ότι οι Ρωμαίοι ήταν Έλληνες που εκλατινίστηκαν γλωσσικά, καθ’ ότι άλλη φυλή ήταν οι Ρωμαίοι και άλλη φυλή η Λατίνοι. Μήπως λοιπόν και οι Ρουμάνοι έχουν Ελληνική καταγωγή; Φυσικά οι Ρουμάνοι δεν είναι απόγονοι Ρωμαίων, αλλά απόγονοι Δακών. Η άποψη των Ρουμάνων ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους έχει προκαλέσει την ειρωνεία του Ελβετού ανθρωπολόγου Eugene Pittard. Κανονικά οι Ρουμάνοι θα έπρεπε να αισθάνονται υπερήφανοι για τη δακική καταγωγή τους.
Μια άλλη θεωρία για την καταγωγή των Βλάχων, και συγκεκριμένα για τους νότιους Βλάχους, Κουτσόβλαχους, Αρβανιτόβλαχους, Τσιντσάρους της Σερβίας, Αρμούνους, είναι ότι κατάγονται όχι από όλους τους Θράκες, αλλά από τους Βησσούς μόνο, οι οποίοι εκλατινισθέντες διασκορπίστηκαν παντού στη Βαλκανική Χερσόνησο παρακινούμενοι από τους Σλάβους κατά τις προς νότο επιδρομές. Αυτή την θεωρία υποστήριξε ο Thomaschek, και τη δέχονταν και άλλοι, όπως ο Xenopol και ο Densusianu. Αυτή όμως η θεωρία δεν στηρίζεται πουθενά και είναι παράλογη. Οι Σλάβοι είχαν πόλεμο κατά του Βυζαντινού κράτος και στο Βυζαντινό κράτος δεν κατοικούσαν μόνο λατινόγλωσσοι, αλλά και ελληνόγλωσσοι, οι οποίοι ήταν και πολυπληθέστεροι. Ανάμεσα σε αυτούς τους ελληνόγλωσσους ήταν και Θράκες. Γιατί λοιπόν οι Σλάβοι δεν ώθησαν προς τα όρη και τους ελληνόγλωσσους αλλά μόνο τους λατινόγλωσσους;

Κατ’ άλλη θεωρία κοιτίδα των Ρουμάνων είναι η Βοσνία, η Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο και η Stari Vlah (παλαιά Βλαχία) των Σέρβων. Ο Mutafciev υποστηρίζει ότι από εκεί οι λατινόγλωσσοι πληθυσμοί διαχύθηκαν σε δύο ρεύματα, από τα οποία το μεν ένα βάδισε μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας προς την Τρανσυλβανία, το δε δεύτερο προς Νότο προς την Πίνδο και τη Θεσσαλία. Τέτοιες όμως μετακινήσεις δεν επιβεβαιώνονται από πουθενά.
Κατ’ άλλη θεωρία οι Βλάχοι ήταν Γότθοι. Έχει εκφρασθεί επίσης η θεωρία ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι των Κελτών, που είχαν εισβάλει στην Ελλάδα το 280 π.Χ. και οι οποίοι επί ρωμαϊκής κατοχής εκλατινίσθηκαν. Και αυτή η θεωρία δεν ευσταθεί, διότι οι Κέλτες δεινοπάθησαν στην Ελλάδα από διαδοχικές ήττες, εγκαταστάθηκαν μόνο για 70 χρόνια με τις γυναίκες τους στη Θράκη, από όπου πάλι εκδιώχθηκαν προς τη Μικρά Ασία.
Σε πλήρη σύγχυση βρίσκεται ο Δημήτρης Δημόπουλος, ο οποίος στο βιβλίο του «Η Καταγωγή των Ελλήνων» υποστηρίζει ότι τάχα οι Βλάχοι ήταν ένα Ελληνικό φύλο που ήρθε από τη Ρουμανία! Γράφει συγκεκριμένα: «Γλωσσικώς είχαν βεβαίως οι Βλάχοι ήδη αλλοτριωθή από τον καιρό της Ρωμαϊκής κατοχής, η δε “εθνική” τους συνείδηση ασφαλώς δεν ήταν πια ελληνική. Αριθμητικώς πάντως ήσαν τόσο λίγοι και γονοτυπικώς τόσο ίδιοι με τους Έλληνες, ώστε ευχερέστερα απερροφήθησαν από τον ελληνικό τρόπο και ήθος ζωής. Έστω όμως κι αν δεν είχαν “ελληνική συνείδηση” τότε οι Βλάχοι, μπορεί η κάθοδός τους να θεωρηθή σαν μια ακόμα κάθοδος ελληνικού φύλου από την περιοχή του Δουνάβεως – μετά την αρχαία κάθοδο Αχαιών, Ιώνων, Δωριέων και την νεώτερη απόπειρα των Σλάβων» (Δ. Δημόπουλου «Η Καταγωγή των Ελλήνων», έκδ. 1994, σελ. 237-238).
Το ανωτέρω απόσπασμα έχει πλήθος αντιφάσεων και ανακριβειών. Τι εννοεί γράφοντας ότι οι Βλάχοι γλωσσικά είχαν ήδη αλλοτριωθεί από τον καιρό της Ρωμαϊκής κατοχής; Ποια γλώσσα μιλούσαν πριν;  Και τι εννοεί, όταν γράφει ότι η εθνική τους συνείδηση δεν ήταν πια ελληνική; Εννοεί δηλαδή ότι οι Βλάχοι ήταν Θράκες του Δούναβη, οι οποίοι είχαν Ελληνική συνείδηση και την έχασαν τάχα τον καιρό της Ρωμαϊκής κατοχής; Ανυπόστατα επίσης είναι τα όσα γράφει για καθόδους αρχαίων Ελληνικών φυλών από τον Δούναβη. Από τη μια στο βιβλίο του υποστηρίζει ότι οι προϊστορικοί Έλληνες επεκτάθηκαν στη Βόρεια Ευρώπη και ότι δεν υπήρχαν Ινδοευρωπαίοι και εδώ υποστηρίζει τις απόψεις των Ινδοευρωπαϊστών ότι τάχα οι Έλληνες ήρθαν από τον βορρά.
Ο Δημόπουλος, για να στηρίξει τις απόψεις του, χρησιμοποιεί και ανθρωπολογικά επιχειρήματα, τα οποία δεν ευσταθούν. Κατ’ αυτόν η Ρουμανία στην αρχαιότητα ήταν κατοικημένη από Μεσογειακούς (κατά τον συγγραφέα Μεσογειακοί = Έλληνες), όπως ολόκληρη η παραδουνάβια περιοχή. Προοδευτικά όμως, όπως υποστηρίζει, η Ρουμανία άρχισε να διναροποιείται (κατά τον συγγραφέα οι Διναρικοί δεν ήταν Έλληνες). Μέχρι τον Μεσαίωνα – γράφει – μόνον η Ρουμανία διατηρούσε τον μεσογειακό της χαρακτήρα. Η Ρουμανία, με κατοίκους τους απογόνους των αρχαίων Γετών, διετηρείτο μέχρι τότε σαν Μεσογειακή νησίδα μέσα στον Διναρικό περίγυρο. Έτσι εξηγείται πώς οι Βλάχοι της Ελλάδας έχουν μεσογειακά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, μολονότι έχουν κατέλθει από τη Ρουμανία.
Η κάθοδος των Βλάχων της Ρουμανίας από τον 10ο αιώνα προς νότο υπήρξε μάλιστα τόσο μαζική (σ.σ. πριν μας είπε ότι αριθμητικά οι Βλάχοι που κατέβηκαν ήταν λίγοι), ώστε η κοιτίδα τους προοδευτικά απομεσογειοποιήθηκε. Η Ρουμανία έκτοτε έχει παντού έντονα διναρικό πληθυσμό (Δ. Δημόπουλου «Η Καταγωγή των Ελλήνων», έκδ. 1994, σελ. 236-237). Δηλαδή ο Δημήτρης Δημόπουλος μας λέει ότι οι Βλάχοι της Ρουμανίας ήταν Μεσογειακοί Έλληνες Θράκες που κατέβηκαν στην Ελλάδα, και από τότε η Ρουμανία έγινε Διναρική! Οι σύγχρονοι Ρουμάνοι είναι Διναρικοί, και άρα δεν είναι απόγονοι των Γετών. Αλλά όλα αυτά είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Να σημειωθεί ότι ο Δημόπουλος θεωρεί και την κάθοδο των Σλάβων ως κάθοδο Ελληνικού φύλου! Θεωρεί ότι οι Σλάβοι ήταν ένα πρωτομεσογειακό φύλο, που ξεκινώντας από την Ελλάδα μετακινήθηκε προς το βορρά και η κάθοδος των Σλάβων στα Βαλκάνια ήταν στην ουσία επιστροφή στις αρχικές τους κοιτίδες! Οι Σλάβοι κάθε άλλο παρά Ελληνικό φύλο ήταν.
Στο άρθρο αυτό θα υποστηρίξω ότι οι Βλάχοι είναι εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες και όχι Ρουμάνοι και ότι δεν ήρθαν από τη Δακία. Τη θεωρία αυτή πρώτος υποστήριξε ο Κωνσταντίνος Κούμας. Στην πραγματικότητα οι Βλάχοι της Ελλάδας πιθανότατα να είναι οι πιο γνήσιοι και καθαροί φυλετικά Έλληνες.

Η ορθή άποψη για την καταγωγή των Βλάχων
Πολύ σωστή ανάλυση για τους βλαχόφωνους έχει κάνει ο Θ. Κ. Π. Σαράντης στην εγκυκλοπαίδεια Ήλιος. Γράφει:
«Οι Ρωμαίοι, εις όλας τας χώρας τας οποίας κατέκτων, συνεκρότουν αμέσως την ασφάλειαν του τόπου και την διοίκησιν της περιοχής. Συνεκρότουν δηλαδή πρώτον τον στρατόν και ακολούθως τας κρατικάς υπηρεσίας. Εις τον στρατόν κατετάσσοντο κυρίως αγρόται και προ παντός κάτοικοι ορεινών περιοχών. Εις ανησύχους όμως τόπους, όπου το αίσθημα της αντιστάσεως του λαού κατά του κατακτητού ήτο πλέον ζωηρόν, όπως εις την περιοχήν την οποίαν εξετάζομεν (σ.σ. Βόρεια Ελλάδα), εκτός από τας κινητάς μονάδας – τας λεγεώνας – οι Ρωμαίοι συνεκρότουν και άλλας τοπικάς, σταθεράς από οπλίτας, οι οποίοι είχον αποστολήν την αστυνόμευσιν της περιοχής. Αυτάς τας σταθεράς μονάδας τας συνεκρότουν από εντοπίους άνδρας, τους οποίους αποκαθίστων γεωργικώς ή από απομάχους λεγεωναρίους και τας απεκάλουν auxilia.
Εδώ, εν αντιθέσει προς τους λεγεωναρίους, οι οπλίται ωνομάζοντο armati (ο ενικός armatus), όρος, τον οποίον διά μέσου των αιώνων, οι Βλαχόφωνοι, επιτάσσοντες κατά την συνήθειάν των το άρθρον των του ενικού λου ή του πληθυντικού λι, τον μετέτρεψαν εις αρμάτουλου (armatuslu) και αρματουλάσλι, τα οποία αργότερον ελληνοποιήθηκαν εις τα αρματολός και αρματολοί. Αφ’ ετέρου, ως κρατικοί λειτουργοί προσελαμβάνοντο άνθρωποι των πόλεων, αστοί μορφωμένοι, οι οποίοι ηδύναντο ευχερέστερον να προσαρμοσθούν και να συγκροτήσουν τον γραφειοκρατικόν μηχανισμόν.
Τόσον όμως ο Ρωμαϊκός Στρατός, όσον και αι Διοικητικαί Υπηρεσίαι, και ο λαός είχον ανάγκην μιας ενιαίας γλώσσης διά να συγκροτηθούν και να λειτουργήσουν ως ενιαίον σύνολον. Αύτη ήτο η Λατινική. Τοιουτοτρόπως η Λατινική γλώσσα εισέδυε και μετεδίδετο εις ολόκληρον τον λαόν. Και όπου η τοπική γλώσσα ήτο πλέον πρωτόγονος, η Λατινική εξωστράκιζε τελείως την διάλεκτον των εντοπίων, καθώς συνέβη εις την Δύσιν και εις την Δακίαν, όπου όλοι έγιναν λατινόγλωσσοι. Κατά τόπους δε η γλώσσα έλαβε διαφορετικήν εξέλιξιν, διά να αποκτήση διά της παρόδου των αιώνων την ιδικήν της προσωπικότητα. Εις την Νότιον Ελλάδα όμως, όπου η Ρωμαϊκή κυριαρχία ήτο χαλαρωτέρα – όλοι οι Ρωμαίοι εσεβάσθησαν το Ελληνικόν μεγαλείον – και η Ελληνική γλώσσα ισχυροτέρα της Λατινικής, αφού ηνάγκαζε και τους Ρωμαίους να εκμανθάνουν την Ελληνικήν, αν ήθελον να θεωρηθούν μορφωμένοι, η Λατινική δεν ηδυνήθη να εισδύση και να παραμείνη εις τον λαόν.
Εις το Βόρειον τμήμα της Ελληνικής Χερσονήσου, και ειδικώς την Ήπειρον – Θεσσαλίαν – Μακεδονίαν, δεν έγινε αυτό το οποίον έγινε εις την Δύσιν, διότι και εδώ η Ελληνική γλώσσα αντεστάθη εις το μεγαλύτερον μέρος του πληθυσμού. Δεν συνέβη όμως και αυτό το οποίον συνέβη εις την Νότιον Ελλάδα, διότι εδώ τα πολεμικά γεγονότα ήσαν συχνότερα και ο Ρωμαϊκός στρατός πολυπληθέστερος. Τοιουτοτρόπως, ολίγον κατ’ ολίγον, αλλά σταθερώς, εις τον χώρον ο οποίος μας ενδιαφέρει εδώ, εδημιουργήθη διγλωσσία εις τον πληθυσμόν, η οποία εκράτησε και κατά τους πρώτους αιώνας του Βυζαντίου.
Ενώ εις τα πεδινά μέρη, ολίγον κατ’ ολίγον, οι λατινόγλωσσοι θα εκλείψουν, είτε λόγω του αμείλικτου διωγμού, τον οποίον θα υποστούν είτε λόγω της επικρατήσεως της Ελληνικής γλώσσης εις το Βυζάντιον, εις τα όρη αντιθέτως οι επιδρομείς ποτέ δεν θα δυνηθούν να επικρατήσουν μονίμως και ολοκληρωτικώς. Οι εκεί εγκατεστημένοι λατινόγλωσσοι οπλίται, μόνιμοι φύλακες των οδεύσεων και των διαβάσεων, θα διασωθούν εις μεγάλην αναλογίαν, όχι μόνο εις την Ελληνικήν Χερσόνησον, αλλά και επί όλων των οροσειρών όπου ευρέθησαν να υπηρετούν – εις τας Ραιτικάς Άλπεις, τας Ιλλυρικάς, τας Δειναρικάς, τας Δαλματικάς, τον Αίμον και τα Πυρηναία ακόμη – και θα παραμείνουν εις τους αγόνους τόπους των, απολαμβάνοντες όμως την κάποιαν των ελευθερίαν.
Οι λατινόγλωσσοι αυτοί ελεύθεροι Έλληνες, αφού διήλθον αρχικώς από την καλύβην, ήρχισαν, ολίγον κατ’ ολίγον, να συγκροτούν μονιμωτέρας κατοικίας εις μικρούς ή μεγάλους οικισμούς, όσον τους επέτρεπον αι περιστάσεις και αι περιπέτειαι των πολέμων. Τελικώς, εις τας οροσειράς της Βορείου Ελλάδος – Ήπειρον, Θεσσαλίαν, Μακεδονίαν – ευρέθησαν εγκατεστημένοι εις αξιολόγους οικισμούς Βλαχόφωνοι Έλληνες, οι οποίοι αμείωτον και αδιάπτωτον διατηρούντες διά μέσου των αιώνων το εθνικόν των φρόνημα εις τον προφορικόν λόγον εχρησιμοποίουν το λατινογενές επίκτητον ιδίωμά των, ενώ εις τον γραπτόν λόγον, εις τον εκκλησιασμόν των και εις την μούσαν των επί το πλείστον εχρησιμοποίουν την Ελληνικήν γλώσσαν, την οποίαν διετήρησαν μάλιστα καθαρωτέραν και με ολιγώτερα ξενικά στοιχεία από τους Ελληνοφώνους γείτονάς των εις τον αυτόν χώρον.
Και ενώ εις την Δύσιν και εις την Δακίαν και αλλαχού η παλαιά γλώσσα θα λησμονηθή δια να επικρατήση η νέα λατινογενής – εις την Γαλλίαν από του 9ου αιώνος, εις την Ιταλίαν από του 10ου, εις την Ισπανίαν, Πορτογαλίαν και Ραιτίαν από του 12ου και εις την Δακίαν από του 16ου αιώνος – εδώ εις τα όρη μας θα συμβή το αντίθετον. Με την πάροδον του χρόνου και την αποκατάστασιν της ηρεμίας – ειδικώς από της εποχής της τουρκικής επικρατήσεως – αυτοί οι Έλληνες επανήρχοντο και εις την προφορικήν εθνικήν των γλώσσα, κατήρχοντο εις τας πόλεις, εξενιτεύοντο, εγίνοντο αστοί, εκαλλιέργουν τα Γράμματα – πρώτοι αυτοί μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων, όπως αποδεικνύουν τα εκπαιδευτικά καθιδρύματα της Μοσχοπόλεως, των Ζαγορίων κ.α. – διδάσκοντες και γράφοντες πάντοτε εις την Ελληνικήν, αναδεικνύοντες Πατριάρχας και Αρχιερείς και Διδασκάλους του Γένους· πρώτοι αυτοί εις τους εθνικούς αγώνας και τας εθνικάς δωρεάς και ευεργεσίας»(εγκ. Ήλιος, τόμος ΣΤ, σελ. 385).
Γιατί οι Βλάχοι δεν κατέβηκαν από τη Ρουμανία;
Η θεωρία ότι οι Βλάχοι εγκατέλειψαν την «πατρίδα» τους, τη Δακία και κατέβηκαν νοτιότερα προς αναζήτηση καλύτερων βοσκοτόπων δεν ευσταθεί. Κατ’ αρχάς πρέπει να εξετάσουμε πώς κατήλθαν οι Δάκες προς νότο. Ως πολεμιστές και κατακτητές; Αλλά τότε έπρεπε να καταλάβουν όχι τόπους υψηλούς και ψυχρότατους, όπου δεν φύεται η άμπελος και δεν παράγεται σιτάρι, αλλά τις εύφορες πεδιάδες, όπως οι Τούρκοι και άλλοι κατακτητές. Ή ήρθαν ως ποιμένες;  Κατά ποια λογική θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί η μετανάστευση μιας τόσο μεγάλης μάζας πληθυσμού, ο οποίος εγκατέλειψε τις εύφορες, γεμάτες βοσκοτόπια πεδιάδες της Ρουμανίας, για να έλθει να αναρριχηθεί στα άγονα βουνά της Βορείου Ελλάδας; Και γιατί εγκαταλείποντας τη Δακία δεν παρέμειναν στη Βουλγαρία ή τη Θράκη, όπου οι βοσκές είναι αφθονότερες και καλύτερες από αυτές της Πίνδου; Και πώς απροστάτευτοι ποιμένες διήλθαν αβλαβείς ξένες χώρες και πώς γίνονταν δεκτοί και πώς κατέλαβαν βοσκές αναγκαίες στους εντοπίους; Και πώς αφού είδαν ότι αυτές και λίγες ήταν και κατώτερες από αυτές της Δακίας, δεν επιθύμησαν να επανέλθουν στην πατρίδα τους; Και πώς ποιμένες όντες έκτισαν πολλοί αστικές εγκαταστάσεις όπως η Μοσχόπολη, η Κλεισούρα κ.λπ.; Και πώς Δάκες που δεν υπήρξαν ποτέ έμποροι παρήγαγαν τους καλύτερους αστούς εμπόρους όπως οι Μοσχοπολίτες, οι Κλεισουριώτες, οι Μετσοβίτες κ.α.; Και πώς οι Δάκες κατεβαίνοντας δεν έφεραν μαζί τους τις 3800 σλαβικές λέξεις που παρέλαβε η Ρουμανική από τους Σλάβους; Οι Σλάβοι από τον 4ο αιώνα είχαν εγκατασταθεί στη Δακία και επομένως είχαν επηρεάσει τη γλώσσα των Ρουμάνων.
Άρα αν κατέβηκαν οι Δάκες πολύ αργότερα, όπως υποστηρίζουν, πού είναι οι τόσες σλαβικές λέξεις στη γλώσσα των Βλάχων της Ελλάδας; Από τις 6657 λέξεις του λεξικού της Κουτσοβλαχικής γλώσσας (εκδ. 1909) 3469 είναι ελληνικές, 2605 λατινικές, 150 αλβανικές και μόνο 180 σλαβικές. Άρα κάθοδος Ρουμάνων Δακών δεν έγινε προς νότο. Επιπλέον κατά τη θεωρία της μετοικεσίας θα έπρεπε τότε και οι λατινόγλωσσοι της Ραιτίας, της Ελβετίας, των Διναρικών Άλπεων, όπως και της Δαλματίας και των Πυρηναίων, να έχουν μετοικήσει από τον Δούναβη, κάτι που ασφαλώς δεν συνέβη.
Δεν ισχύει επίσης η άποψη του Παναγιώτη Αραβαντινού, σύμφωνα με την οποία «περί τα μέσα της στ’ εκατονταετηρίδος οι Άβαροι, σύμφυλοι των Γότθων, εκδιώξαντες τούτους (τους Δακορουμάνους) εκ της Μολδοβλαχίας, συνέστησαν αυτόθι ισχυρόν βασίλειον και εκείθεν ορμώμενοι εισέβαλον εις την Μυσίαν και μέχρι της Θράκης επεξέτεινον τας δηώσεις αυτών. Κατά την εποχήν λοιπόν ταύτην, όπως απομακρυνθώσι των απηνών τούτων νέων γειτόνων, χιλιάδες εκ των της Κάτω Μυσίας ποιμενοβίων Δακορωμούνων, παραλαβόντες τας οικογένειας και τα πολυπληθή αυτών ποίμνια, κατήλθον προς την Θράκην, εκλέξαντες δε ως μέρος κατάλληλον διά τα ποίμνιά των και ασφαλές δι’ εαυτούς τον Αίμον, εγκατεστάθησαν εις τας κλιτύας και τας υπερωρείας αυτού, εγκρίσει της αυτοκρατορίας, μεθ’ ο περιοδικώς καθ’ ομάδας αποσπώμενοι μετώκησαν εις τα ορεινά μέρη της τε Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Νέας και Παλαιάς Ηπείρου ως και εις την Ροδόπην και τα ενδότερα της Θράκης» (Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων, έκδ. 1905, σελ. 25-26).
Πάλι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί γιατί οι Δακορουμάνοι, αφού εγκατέλειψαν τις αρχικές εστίες τους και εγκαταστάθηκαν στη Θράκη, εγκατέλειψαν και αυτή τη Θράκη, για να αναρριχηθούν στα άγονα βουνά της βόρειας Ελλάδας.
Ανθρωπολογικές και γενετικές μελέτες αποδεικνύουν ότι οι Βλάχοι είναι αυτόθονοι Έλληνες
Οι ανθρωπολογικές έρευνες του Έλληνα ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού στον Ελληνικό χώρο και του Ρώσου Μ.Β. Σεργκέβσκι στην περιοχή του Δούναβη αποδεικνύουν ότι οι Βλαχόφωνοι του Ελληνικού χώρου είναι αυτόχθονες και δεν έχουν καμιά ομοιότητα με τους κατοίκους του Δούναβη. Ο Πουλιανός παρατηρεί: «Οι Βλάχοι των διαφόρων περιοχών των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης είναι αρκετά ετερογενείς, όμως μοιάζουν περισσότερο με τους ανθρωπολογικούς τύπους με τους οποίους ζουν στην ίδια περιοχή από πολύ αρχαία εποχή» (Η Προέλευση των Ελλήνων»).
Οι έρευνες του Πουλιανού κατέληξαν και σε ένα άλλο συμπέρασμα. Οι Βλαχόφωνοι του Ελληνικού χώρου δεν μοιάζουν απολύτως μεταξύ τους.Δεν είναι της ίδιας ακριβώς ανθρωπομετρικής κλίμακας.Αντίθετα μοιάζουν με τους Ελληνόφωνους της γειτονικής τους περιοχής. Για παράδειγμα οι Βλαχόφωνοι της Δυτικής Μακεδονίας μοιάζουν με τους Ελληνόφωνους γείτονές τους των Γρεβενών και του Βοΐου. Οι Βλαχόφωνοι του Ζαγορίου δεν μοιάζουν με τους Βλαχόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά με τους Ελληνόφωνους Ηπειρώτες γείτονές τους. Αυτό σημαίνει ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας δεν αποτελούν μια ξεχωριστή φυλή που ήρθαν από τον Δούναβη, αλλά είναι εκλατινισμένοι γλωσσικά αυτόχθονες κάτοικοι.
Η ελληνική καταγωγή των Βλάχων της Ηπείρου αποδεικνύεται και από την σχετικά πρόσφατη ανθρωπολογική μελέτη του Βούλγαρου ανθρωπολόγου PeterBoev. Ο καθηγητής Φυσικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεόδωρος Πίτσιος γράφει: «Επίσης σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Βούλγαρου ανθρωπολόγου PeterBoev…οι διάφορες εθνογραφικές ομάδες της Ηπείρου – Βλάχοι, Σαρακατσάνοι και Ηπειρώτες – χαρακτηρίζονται από κοινούς ανθρωπολογικούς τύπους και την ίδια ανθρωπολογική σύνθεση» (Εξελικτική Ανθρωπολογία. Πορίσματα και βασικές έννοιες της σύγχρονης ανθρωπολογικής έρευνας, Αθήνα 2003, 526). Αυτό σημαίνει ότι οι Βλάχοι έχουν κοινή καταγωγή με τους Έλληνες Ηπειρώτες και τους Σαρακατσάνους και κατά συνέπεια είναι αυτόχθονες Έλληνες, ουδεμία φυλετική σχέση έχοντες με τους Ρουμάνους.
Σε ανάλογα αποτελέσματα κατέληξε και η γενετική έρευνα για το γενετικό υλικό των Βλάχων του καθηγητή ανθρωπολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Νίκου Ξηροτύρη. Σύμφωνα με αυτή την έρευνα οι Βλαχόφωνοι Έλληνες δεν διαφέρουν γενετικά σε τίποτα από τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, Σαρακατσάνους, Καραγκούνηδες ή ντόπιους Έλληνες. Έτσι καταρρέει και με γενετική μελέτη η θεωρία ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας είναι ρουμανικής καταγωγής.
Το όνομα των Βλάχων Armani δεν σημαίνει ότι είναι Ρουμάνοι
Ένα ψευδοεπιχείρημα υπέρ της ρουμανικής καταγωγής των Βλάχων της Ελλάδας είναι ότι Ρουμάνοι και Αρωμούνοι (Βλάχοι) έχουν το ίδιο εθνωνύμιο. Οι Βλαχόφωνοι αυτοαποκαλούνται Armani, κατά παραφθορά του Romani διά της προτάξεως του ευφωνικού α, το οποίο στη βλαχική γλώσσα τους προτάσσουν σε όλες τις λέξεις που αρχίζουν από ρ. Κατ’ αρχάς να τονίσουμε ότι το Romanus είναι όνομα πολιτικό και όχι εθνικό. Τι σημαίνει όμως Ar(o)mani; Με την επικράτηση του Χριστιανισμού οι λέξεις Έλλην και Ελλάς έπαψαν να χρησιμοποιούνται από τους Χριστιανούς, διότι θεωρούνταν συνώνυμα της ειδωλολατρίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι μεν αυτοκράτορες ήταν «οι εν Χριστώ τω Θεώ πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες των Ρωμαίων», οι δε υπήκοοί τους ήταν Ρωμαίοι πολίτες σύμφωνα με το διάταγμα του Καρακάλλα το 212 μ.Χ. Αλλά και από τους Δυτικούς η Βυζαντινή αυτοκρατορία απεκαλείτο Ρωμανία ή Ρωμυλία και οι πολίτες Ρωμάνοι. Επομένως οι Βλαχόφωνοι αυτοαποκαλούμενοι Armani, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί στη γλώσσα τους.
Οι διάφορες απόψεις για την ετυμολογία της λέξης Βλάχος
Για την ετυμολογία της λέξης Βλάχος υπάρχουν διάφορες απόψεις, οι οποίες δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική αξία. Κατά την επικρατέστερη άποψη οι Γερμανοί, αφού διέβηκαν τον ποταμό Ροδανό συνάντησαν τους Volcas – Ουόλκας (Κελτική φυλή). Οι Volcae ή Volci (Ουόλκοι) ήταν ένα από τα πολυάριθμα Κελτικά έθνη της Γαλατίας, τα οποία είχαν υποταχθεί όλα στη Ρώμη από τον Καίσαρα και εκλατινίστηκαν. Από το όνομα του λαού αυτού σχηματίστηκε το όνομα Βλάχος. Τον λαό αυτό γνώρισαν οι Γερμανοί και αισθάνθηκαν ισχυρή εντύπωση από τον εκλατινισμό των Ουόλκων – λες και δεν έβλεπαν άλλους λαούς στην Ιταλία, στη Γαλλία και αλλού που να έπαθαν αυτό – και ονόμασαν Ουόλκους όλους τους λαούς που άλλαξαν τη γλώσσα τους αντί για τη λατινική, και έπειτα όλους όσους μιλούσαν λατινικά, και αυτούς τους Ρωμαίους.
Το όνομα αυτό διαμορφώθηκε στο στόμα των Γερμανών ως Valh. Αλήθεια πώς από το Volci σχηματίστηκε το Valh; Και γιατί οι Γερμανοί έτρεψαν το ο του Volci σε α; Από τους Γερμανούς παρέλαβαν αυτό το όνομα οι γείτονές τους Σλάβοι υπό τον τύπο Vlah και το μετέδωσαν στους Βυζαντινούς και τους Δάκες. Οι Βυζαντινοί εξελλήνισαν το Wlah με την προσθήκη της κατάληξης –ος και σχηματίστηκε έτσι η λέξη Βλάχος. Αυτή η θεωρία όμως είναι παράλογη και μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Το ότι δεν ευσταθεί φαίνεται και από το ότι το εθνωνύμιο Wallach/Wallachen (= Βλάχοι) μαρτυρείται για πρώτη φορά μόλις σε κείμενο του 1497 (Fr. Kluge Etymologisches Worterbuchder deutschen Sprache, 21.Aufl. (bearbeait von W. Mitzka 1967), BerlinNew York 1975, σ. 834), πέντε δηλαδή ολόκληρους αιώνες ύστερα από την πρώτη μνεία των Βλάχων που γίνεται από τον Βυζαντινό συγγραφέα Κεδρηνό (976 μ.Χ.).
Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνιος Κεραμόπουλος θεωρεί αυτή τη θεωρία παράλογη για πολλούς και διάφορος λόγους. Γιατί στη χώρα των Ουόλκων δεν σώζεται καμιά βλαχώδης ανάμνηση ή κανένα τέτοιο όνομα; Γιατί το όνομα χρειάσθηκε τη γέφυρα των Σλάβων, για να κατεβεί κάτω από τον Δούναβη μεταμορφωμένο σε Vlah από τον 3ο αιώνα και ύστερα, ενώ μπορούσε να μεταφερθεί από τους ίδιους τους Γερμανούς, οι οποίοι κατέρχονταν αυτοπροσώπως από το 150 π.Χ. περίπου μέχρι τον 3ο αιώνα;
Όταν οι Γερμανοί άκουσαν τους Ουόλκους να μιλάνε λατινικά, από πού διδάχθηκαν ότι αυτοί (οι Ουόλκοι) άλλοτε μιλούσαν άλλη γλώσσα, και το γεγονός αυτό προκάλεσε στους Γερμανούς τον θαυμασμό, ώστε να αποκαλούν με το όνομα αυτό όλους τους λαούς που μιλούσαν λατινικά; Και γιατί οι Γερμανοί τους λατινόγλωσσους δεν τους ονόμαζαν Ρωμαίους ή Λατίνους ή Ιταλούς, τους οποίους γνώριζαν καλύτερα από τους Ουόλκους; Δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι Σλάβοι ενδιαφέρθηκαν να μάθουν από τους Γερμανούς το όνομα αυτό. Αν το όνομα ήταν χρήσιμο στη Βαλκανική, θα είχε μεταφερθεί από το 150 μ.Χ. από τους ίδιους τους Γερμανούς και θα είχε τον τύπο Valh και όχι Vlah. Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα και επιχειρήματα παραθέτει ο Κεραμόπουλος κατά της ετυμολογίας αυτής και συμπεραίνει ότι οι Γερμανοί και οι Σλάβοι έλαβαν το όνομα Βλάχος από τη Βαλκανική (Αντωνίου Κεραμόπουλου, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, έκδ. 1939, σελ. 9-11).
Κατ’ άλλη θεωρία η λέξη Βλαχ και πληθυντικός Βλάσι με τη σημασία “ξένος, αλλόφυλος” προϋπήρχε στην παλαιοσλαβική γλώσσα, και επομένως η λέξη είναι Σλαβική. Κατ’ αυτή την άποψη οι Σλάβοι αποκάλεσαν Βλαχ και Βλάσι τον αλλοεθνή ή τους αλλοεθνείς, με τον οποίο ή με τους οποίους ήρθαν σε επαφή, αμέσως μόλις εισήλθαν στην περιοχή των Λατινόγλωσσων λαών της Τρανσυλβανίας και του Δούναβη. Από εκεί την μετέφεραν προς Νότο, και έτσι χρησιμοποιείται σε όλες τις γλώσσες των λαών της Χερσονήσου.
Κατ’ άλλη θεωρία η λέξη Βλάχος προέρχεται από villicus που ήταν για τους Ρωμαίους ο αγρότης. Επίσης έχει εκφρασθεί η άποψη ότι τάχα η λέξη Βλαχία ετυμολογείται από το βάλια, που στα Σλαβωνικά σημαίνει ‘μέρος κατωφερές’ και τη Λατινική λέξη άκουα που σημαίνει ‘νερό’, εξ ου Βαλάκουα και κατά παραφθορά Βαλάκια, Βαλάχια, Βλαχία.
Πιο αληθοφανής από όλες τις προταθείσες ετυμολογίες είναι η ετυμολογία που πρότεινε ο Αντώνιος Κεραμόπουλος. Κατ’ αυτόν η λέξη Βλάχος προέρχεται από τη Σημιτοαιγυπτιακή λέξη φελάχος που σημαίνει ‘γεωργός’. Στην Αίγυπτο για πρώτη φορά υπό τους Πτολεμαίους είχαμε την περίπτωση φρουρήσεως των συνόρων και του εσωτερικού από αλλοεθνείς (Έλληνες) στρατιώτες σε συνεργασία με τους αυτόχθονες χωρικούς, οι οποίοι ονομάζονταν Φελάχοι, Βλάχοι στο στόμα των Μακεδόνων στρατιωτών με τροπή του φ σε β (οι Μακεδόνες έλεγαν Βίλιππος αντί Φίλιππος, Βάλακρος αντί Φάλακρος κ.λπ.). Όταν αργότερα περιήλθε η Αίγυπτος στους Ρωμαίους, πολλοί Αιγυπτιώτες Έλληνες, ίσως και όλοι οι εκεί στρατιώτες και αξιωματικοί, κατετάγησαν στον Ρωμαϊκό στρατό και έτσι μεταδόθηκε έτοιμο και πρόχειρο όνομα, το των Βλάχων, για τις περιπτώσεις συνεργασίας του Ρωμαϊκού στρατού και των αυτοχθόνων χωρικών. Κατά τον Κεραμόπουλο το όνομα αυτό διαδόθηκε ως λαϊκή ονομασία των εγκατεστημένων επί τόπου στρατιωτών, οι οποίοι ήταν και συγχρόνως γεωργοί των παραχωρημένων από το κράτος σε αυτούς γαιών.
Το όνομα Βλάχος παρεφθάρη κατά τόπους στη δημώδη Λατινική και έτσι έχουμε και Ευρωπαίους Βλάχους, με τα παρεμφερή Volcae = Ουόλκαι, Wales και Welshmen = Ουαλία και Ουαλλοί, Wlachones και Wallons = οι λατινόγλωσσοι κάτοικοι των Αρδεννών, όπως και Βλαχωνύμια στη Νοτιοκεντρική Ευρώπη (Walchendorf, Walchwis = Βλαχοχώρι), πάντοτε εντός των συνόρων του Ρωμαϊκού κράτους και με έννοια υπαινισσόμενη εκλατινισθέντες αυτόχθονες συνεργάτες των Ρωμαίων σε ακριτικές και ορεινές περιοχές. Η ετυμολογία του Κεραμόπουλου θα μπορούσε να ευσταθήσει, αν δεν είχαμε τη δυνατότητα να ετυμολογήσουμε τη λέξη Βλάχος από τα Ελληνικά.
Ελληνική η λέξη Βλάχος
Η λέξη Βλάχος είναι Ελληνική. Αυτό θα το καταλάβαινε ο καθένας, αν προσπαθούσε να ετυμολογήσει τη λέξη Μπουρτζόβλαχος. Η λέξη Μπουρτζόβλαχος είναι σύνθετη, Μπουρτζο-βλαχος. Το πρώτο συνθετικό δεν είναι άλλο από την Ελληνική λέξη πύργος και Λατινικά burgus. Αφού γνωρίζουμε το πρώτο συνθετικό, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τι σημαίνει το δεύτερο συνθετικό, η λέξη βλάχος. Τι μπορεί να κάνει κάποιος στους πύργους; Ασφαλώς να τους φυλάει. Να είναι δηλαδή φύλακας, φρουρός πύργου. Στα αρχαία Ελληνικά υπάρχει η λέξη πυργοφύλαξ που σημαίνει ‘φύλακας, φρουρός πύργου, καστροφύλακας’. Πρβλ. Αισχύλο Θήβ. 168: «γᾶς τᾶσδε πυργοφύλακες» (= αυτής της γης φρουροί). Μήπως λοιπόν Μπουρτζόβλαχος σημαίνει Πυργοφύλακας; Αν ναι, τότε πρέπει η λέξη βλάχος να ετυμολογείται από το ρήμα φυλάττω. Κάτι τέτοιο, όπως θα δείξουμε, ισχύει.
Από το ρήμα φυλάττω/φυλάσσω έχουμε τον ενεργητικό παρακείμενο πε-φύλαχ-α και την αντίστοιχη μετοχή πε-φυλαχ-ώς, από την οποία μπορούμε να έχουμε ελλειπτικά και με αφαίρεση τους υποθετικούς και αμάρτυρους τύπους *φυλαχώς/*φυλαχός (όπως ακριβώς και πε-φυλαγμένος => φυλαγμένος) και στη συνέχεια από συμφυρμό με τη μετοχή του ενεστώτα (δηλαδή *φυλαχός + φυλάσσων, πρβλ. και φυλάξας) τον ενδιάμεσο τύπο *φυλάχος/*φλάχος και με τροπή του φ σε β Βλάχος (= φύλακας, φρουρός). Με τον ίδιο τρόπο έχει επίσης σχηματισθεί και το ανάλογο μεσαιωνικό όνομα διδαχός/διδάχος(= διδάσκαλος, δάσκαλος), δηλαδή διδάσκω, παρακείμενος δεδίδαχ-α: μετοχή δε-διδαχώς => διδαχός (πρβλ. δε-διδαγμένος => διδαγμένος) και τελικά με συμφυρμό: διδαχός + διδάσκων/διδάσκαλος => διδάχος.
Μπορεί όμως η λέξη Βλάχος να προήλθε  από το μεσαιωνικό ελληνικό *φυλάζω => φυλάγω: μετοχή φυλάγων => *φυλάγος => *φλάγος/Βλάχος (Ιωάννης Μωραλίδης, Η ελληνικότης των Φυλάχων-Βλάχων, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 134).
Έτσι το γερμανικό walach/Wallach (= αρσενικός ίππος ευνουχισμένος) προέρχεται από την ελληνική λέξη Βλάχος και όχι το αντίθετο. Η έννοια του απλού *φυλάγου/*φυλάγου => Βλάχου/φύλακος σε αντίθεση  με την ανάλογη του Μπουρτζόβλαχου/πυργοφύλακος, του αριστοκράτη δηλαδή Βλάχου, ήταν πιθανώς: «*έφιππος και οδίτης φύλακας, έφιππος οδοφύλακας, έφιππος φρουρός» και συνεκδοχικά «*ο στρατιωτικός ίππος», σημασία που φαίνεται να διατήρησε ως δάνειο της Ελληνικής το αντίστοιχο γερμανικό όνομα walach/Wallach.
Ομοίως και το λατινικό εθνωνύμιο Volcae-arum πιθανότατα να έχει ελληνική προέλευση (από το φυλακοί/*Φύλακοι, μακεδ. *Βύλακοι) μέσω των Ετρούσκων. Το Volcae λοιπόν πιθανώς να προήλθε από το ετρουσκικό πολεωνύμιο Vulci/Volciκαι το ετρουσκικό να αποτελεί μεταφορά του ελληνικού ονόματος *Φύλακοι/*Φύλκοι (= φύλακες) (πρβλ. Φυλάκη = όνομα αρχαίων πόλεων στη Φθιώτιδα, στην Αρκαδία κ.λπ.).
Επιβεβαίωση της ετυμολογίας Βλάχος από τα ελληνικά με τη σημασία του Φύλακα
Ο στρατηγός και εθνολόγος Ξέρξης Λίβας, αν και δέχεται την άποψη του Κεραμόπουλου, ότι το όνομα Βλάχος προέρχεται από τη Σημιτοαιγυπτιακή λέξη φελάχος, κάνει τις εξής παρατηρήσεις, οι οποίες δικαιώνουν την άποψή μας ότι η λέξη Βλάχος είναι Ελληνική και σημαίνει φύλακας. Γράφει ο Λίβας:
«Υπό οιανδήποτε στρατιωτικήν οργάνωσιν, όλα τα Κράτη και οι Ρωμαίοι συνεπώς, επί πλέον του στρατού εκστρατείας, διέθετον στρατιωτικάς δυνάμεις διά την ασφάλειαν κατά της ληστείας και διά την τάξιν του εσωτερικού, και περισσοτέρας εις την παραμεθόριον προς επιτήρησιν των συνόρων, ένθα εισβολή αλλοεθνών ληστών, κλεπτών και αρπάγων ήτο συχνοτάτη,…Μεγαλυτέραν δραστηριότητα ανέπτυσσον αι δυνάμεις της παραμεθορίου, ένθα η συνεργασία και η επαφή των Βουργαρίων (σ.σ. για τους Βουργάριους αναφερθήκαμε στο άρθρο μας «Η Ελληνοθρακική καταγωγή των Βουλγάρων». Βουργάριοι ήταν οι φύλακες των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και οι φρουροί του εσωτερικού) μετά του αυτόχθονος πληθυσμού ήτο διαρκής…Εις την προκειμένην περίπτωσιν τούτο συνέβαινεν αρχικώς εν Δακία και Παννονία και έχομεν ως εκ τούτου σήμερον τους λατινογλώσσους Ρουμάνους…
Ανάλογον δραστηριότητα ανέπτυσσον και οι Βουργάριοι του εσωτερικού, εν συνεργασία μετά των αυτοχθόνων ορεσιβίων, προς δίωξιν της ενδημούσης τότε ληστείας, ιδίως επί των όρεων, ένθα τα ενδιαιτήματα και τα καταφύγεια των ληστών. Επί των αυτών δε όρεων και κατά τας επικαίρους διαβάσεις αυτών πρέπει να υπήρχον…και φρούρια σποραδικώς μετά Βουργαρίων…Ελέχθη ήδη…ότι κατά τον Προκόπιον (Β/Δ κστ’), φρουροί (Βουργάριοι συνεπώς), άρα και φρούρια, υπήρχον και εις Θερμοπύλας. Ούτω παρήχθησαν πλησίον των φρουρίων και των φρουρών τούτων, οι λατινόγλωσσοι ορεσίβιοι της Πίνδου και αλλαχού και κεχωρισμένως όλοι οι άλλοι Βλάχοι της Βαλκανικής. Την τοιαύτην παραγωγήν των Βλάχων υπαινίσσεται και η μέχρις ημών επιβιώσασα (υβριστική) προσωνυμία Μπουρτζόβλαχος (Burgus – Βλάχος) (σ.σ. Δεν σκέφτηκε ο Λίβας ότι το δεύτερο συνθετικό, Βλάχος σημαίνει ‘φύλακας’, άρα Μπουρτζόβλαχος = φύλακας των πύργων, των φρουρίων)…
Τοιούτοι λατινόγλωσσοι Βλάχοι ενδέχεται να παρήχθησαν και εις πεδινάς περιοχάς, ως εν Δακία, αλλά Νοτιώτερον, όταν το Ανατολικόν Ρωμαϊκόν Κράτος περιήλθεν εις τους Έλληνας και αι παρίστριοι επαρχίαι εις τους Σλάβους οροφύλακας, οι Βλάχοι ούτοι αφωμοιώθησαν κατά το πλείστον προς το γλωσσικόν περιβάλλον. Οι Βλάχοι όμως των ορέων, αποκεκομμένοι και απρόσιτοι εκ των κάτω, ηδυνήθησαν να διατηρήσωσι και να σταθεροποιήσωσι το αποκτηθέν λατινογενές ιδίωμα.
Τοπικήν επίσης λατινοφώνησιν των αυτοχθόνων υποδηλοί και το του Χωνιάτου (Βόννης, σελ. 482) “τοὺς κατὰ τὸν Αἶμον τὸ ὄρος βαρβάρους, οἳ Μυσοὶ πρότερον ὠνομάζοντο, νυνὶ δὲ Βλάχοι κικλήσκονται” (σ.σ. το απόσπασμα του Χωνιάτη σημαίνει: τους βαρβάρους στο όρος Αίμο, οι οποίοι Μυσοί προηγουμένως ονομάζονταν, τώρα ονομάζονται Βλάχοι)…
Κατ’ απλουστέραν διερεύνησιν, ας αναπολήσωμεν τα εις το περί Σλάβων κεφάλαιον λεχθέντα περί των Ρωμαϊκών λεγεώνων, των (μετά την εγκατάλειψιν της Δακίας τω 275) με την επί του Δουνάβεως οροφυλακήν επιφορτισμένων, ότι η ποικίλη οροφυλακτική δραστηριότης αυτών εξετείνετο προς Νότον μέχρι της γενικής γραμμής Σκάδρος – Αίμος, την οποίαν και ο Jirecek καθώρισεν ως γραμμήν διαχωρήσεως της προς Βορράν επικρατησάσης Λατινικής. Είναι πρόδηλον ότι η γλωσσική εκλατίνισις της περιοχής αυτής δεν ωφείλετο εις την κατάκλυσιν της χώρας υπό ξένων, αλλά μοναδικώς (όπως και εν τη Δυτική Ευρώπη) εις την λατινοφώνησιν του ποικιλοτρόπως συνεργαζομένου μετά του Στρατού αυτόχθονος πληθυσμού, εξ ης λατινοφωνήσεως προέκυψαν μετά ταύτα οι υπό διαφόρους προσωνυμίας υπολειφθέντες εκεί Βλάχοι. Ως προς τους κάτωθεν της γραμμής Jirecek (όπου επεκράτει η Ελληνική) ανευρεθέντας άλλους Βλάχους (της Αλβανίας, της Πίνδου, και της Μακεδονίας παραδ. χάριν) επρόκειτο πάλιν περί της αυτής συνεργασίας και λατινοφωνήσεως αυτοχθόνων, πλησίον σποραδικώς εγκατεστημένων και κατά της ληστείας ιδία δρώντων Ρωμαϊκών αποσπασμάτων.
Εξηγείται ούτω πλήρως το φαινόμενον των Βλάχων της Βαλκανικής, προς διαλεύκανσίν του δε δεν υπάρχει ανάγκη ούτε αποίκων εξ Ιταλίας ή εποίκων εκ Δακίας ούτε παρεισδύσεως Κελτών…Γνωρίζομεν ότι ο στρατός του Αιμιλίου Παύλου κατά την κατάληψιν της Μακεδονίας (168 π.Χ.) περιελάμβανε μέγαν αριθμόν Ελλήνων και ότι αι μετέπειτα Ρωμαϊκαί λεγεώνες της Παννονίας, της Δακίας και του Δουνάβεως απηρτίζοντο κατά το πλείστον εξ αυτοχθόνων, ήτοι εξ Ελλήνων, εξ Αλβανών, εξ Ιλλυριών, εκ Θρακών και εκ Δακών ακόμη. Εκ της αυτής πανσπερμίας προήρχοντο αρχήθεν και εστρατολογούντο και μετέπειτα και οι Βουργάριοι των συνόρων και του εσωτερικού, όλοι δε ομού λατινιστί διελέγοντο προς τους Αξιωματικούς και προς τους εκπροσώπους του κράτους και μεταξύ των» (Η Αιγηίς, κοιτίς των Αρίων και του Ελληνισμού, έκδ. 1963, σελ. 285-292). 
Τέλος αναφέρουμε και την άποψη που παραθέτει ο Δημήτρης Γκαρτζονίκας στο βιβλίο του «Μπουρτζόβλαχοι. Οι εξ Αρχαιοπελασγών της Πίνδου Νεοέλληνες» (έκδ. 1971). Σύμφωνα με αυτή την άποψη η ονομασία μπουρτζόβλαχοι προκύπτει από την ιταλική λέξη burgi (= κάστρο) και τη λέξη Βλάχοι και σημαίνει καστροφύλακες, μιας και οι Βλάχοι υπήρξαν κατεξοχήν επαγγελματίες πολεμιστές, πλαισιώνοντας τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Οπότε η ονομασία Μπουρτζόβλαχοι έλκει την καταγωγή της «εκ των Ελλήνων φυλάκων των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών και Βυζαντινών Βούργων». Η άποψη αυτή είναι κοντά στην αλήθεια, μόνο που δεν ετυμολογεί τη λέξη Βλάχος, η οποία είναι, όπως δείξαμε, ελληνική.
Οι απόψεις του Αντωνίου Κεραμόπουλου για το τι είναι οι Βλάχοι
Ας δούμε ποιες είναι οι απόψεις του Αντωνίου Κεραμόπουλου για το τι είναι οι Βλάχοι της Ελλάδας. Το 168 π.Χ. ηττήθηκαν οι Μακεδόνες από τους Ρωμαίους (από τον Παύλο Αιμίλιο). Η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τέσσερεις τετραρχίες. Οι τρεις από τις τέσσερεις τετραρχίες συνόρευαν με βαρβαρικές χώρες, και αυτές οι Μακεδόνες βασιλείς τις φύλασσαν με οροφύλακες. Έτσι λοιπόν ο Αιμίλιος Παύλος, όταν κατέλαβε τη Μακεδονία επέτρεψε στις τρεις τετράδες να έχουν ένοπλους φρουρές. Στα όρια των τριών τετράδων προς τις έξω χώρες, εκεί οπού θα υπήρχαν οι Μακεδονικές φρουρές, υπάρχουν σήμερα Βλάχοι. Αν οι Βλάχοι ήταν απόγονοι των Μακεδονικών ένοπλων φρουρών, θα έπρεπε να μιλούσαν Ελληνικά. Ας εξετάσουμε όμως γιατί λατινοφώνησαν.
Η οργάνωση του Ρωμαϊκού κράτους απαιτούσε και τα σύνορα να φρουρούνται και οι διαβάσεις και οι οδοί προς τήρηση της τάξης και παρεμπόδιση των ληστών, επομένως και τα σύνθετα όρη, στα οποία αναπτύσσεται η ληστεία, όπως ο Όλυμπος, ο Αίμος κ.α. Από τον Ρωμαίο Αύγουστο οι στρατιώτες οι προερχόμενοι από την Ιταλία μειώνονται σημαντικά στις λεγεώνες του ρωμαϊκού κράτους, και οι λεγεώνες της Δύσης στρατολογούνται από τη Δύση, και της Ανατολής από την Ανατολή από τις χώρες ακτινοβολίας του Ελληνικού πολιτισμού. Από την εποχή του Αδριανού (117-138) μόνο αξιωματικούς έχουμε έξω από την Ιταλία, ενώ οι στρατιώτες είναι από τις υποταγμένες επαρχίες. Οι μη Ιταλοί στρατιώτες γίνονταν Ρωμαίοι πολίτες μετά το στρατό και ο Καρακάλλας ανακήρυξε το 212 μ.Χ. Ρωμαίους πολίτες όλους τους μη Ιταλούς στρατιώτες. Επειδή αυτοί οι στρατιώτες υπηρετούσαν στις λεγεώνες 20 ή στα auxilia 25 χρόνια, εκλατινίζονταν γλωσσικά, νυμφεύονταν μετά την απόλυση, οι δε veterani λάμβαναν και αμοιβές. Οι γιοί τους γίνονταν επίσης στρατιώτες.
Οι στρατιώτες ζούσαν πολύ χρόνο μακριά από την πατρίδα τους σε εκστρατεία, όπου κοινό όργανο συνεννόησης είχαν οι λεγεώνες τη λατινική γλώσσα. Αλλά και σε περίοδο ειρήνης μια λεγεώνα (π.χ. η άλλη στρατιωτική μονάδα στη Μοισία αποτελούμενη από Έλληνες, Ιλλυριούς, Δάρδανες κ.λπ.) είχε ανάγκη κοινού οργάνου συνεννόησης, και αυτό ήταν η γλώσσα του κράτους, με την οποία γινόταν και η στρατιωτική εκπαίδευση και δίνονταν τα παραγγέλματα μέχρι και του Μαυρικίου.
Αφότου η Μακεδονία αποτελούσε πλέον μέρος του ενιαίου ρωμαϊκού κράτους, η φρούρηση της χώρας και η δημόσια ασφάλεια και η συντήρηση του στρατού και της χωροφυλακίας ήταν αντικείμενο μέριμνας του κράτους, και κατ’ ακολουθία και οι ένοπλες φρουρές και οι οροφύλακες.
Επειδή τα καθήκοντα της εσωτερικής ασφάλειας φρόντιζε έξω από την Ιταλία η Ρώμη διά προνομιακής εγκατάστασης παλαιμάχων από τον ίδιο τόπο, στους οποίους έδινε γη, χρήματα και προνόμια, και διά εγκατάστασης φτωχών εθελοντών κατώτερης ποιότητας και μικρότερης διάρκειας στρατιωτών γεωργών, στους οποίους παρείχε παραμεθόριο γη, μισθό, προστασίες και ευκολίες, συνάγουμε ότι οι Μακεδόνες οροφύλακες αντικαταστάθηκαν από τέτοιους Ρωμαίους στρατιώτες εκλατινισμένους, οι οποίοι έγιναν μόνιμοι φρουροί. Συντεταγμένοι στρατιωτικά, μισθοδοτούμενοι και εργαζόμενοι και μη φορολογούμενοι νυμφεύονταν και σχημάτιζαν οικογένειες. Η επίσημη γλώσσα ήταν η λατινική, η οποία μεταδόθηκε συν τω χρόνω στα γυναικόπαιδα, αφού και οι γιοί γίνονταν στρατιώτες. Έτσι η λατινική γλώσσα στην τρίτη γενιά έγινε οικογενειακή. Οι γυναίκες κατά κανόνα ήταν ντόπιες.
Επειδή η pax Romana και η σχετική ελευθερία που παραχωρήθηκε από τη Ρώμη ήταν ευχάριστη στους Μακεδόνες και η εύνοιά τους προς το Ρωμαϊκό κράτος εξακολουθούσε, γι’ αυτό αυτοί, φτωχοί όντες, οι της δυτικής μάλιστα Μακεδονίας, συνέρρεαν προς τον Ρωμαϊκό στρατό και το κράτος δεν βρέθηκε στην ανάγκη να οδηγήσει ποτέ στη χώρα τους αλλοδαπούς λεγεώνες. Αντίθετα η Δακία λόγω τους εδάφους της συγκέντρωνε όλους που κυνηγούσαν καλή τύχη στα Ρωμαϊκά χρόνια, γι’ αυτό και εκλατινίσθηκε μέχρι των βαθέων στρωμάτων του λαού. (Ένας άλλος λόγος είναι ότι δεν υπήρξε γλωσσική αντίσταση στη Δακία. Η Λατινική γλώσσα ήταν πιο ισχυρή από τη γλώσσα των Δακών και εύκολα επικράτησε. Αντίθετα στην Ελλάδα επικράτησε σε λιγότερα στρώματα λαού, διότι η Ελληνική ήταν ισχυρότερη).
Υπάρχει και η εξής άποψη: Από το 27 π.Χ μέχρι το 14 μ.Χ., όταν πέθανε ο Αύγουστος, στη Μακεδονία δεν στάθμευε καμιά λεγεώνα. Η Μακεδονία ήταν επαρχία «φορολογούμενη χωρίς όπλα» και έπρεπε να είναι διαιρεμένη σε περιοχές, να έχει οργάνωση στρατιωτική προς τήρηση της τάξης και κατά παντός απροόπτου κινδύνου. Η οργάνωση αυτή περιλάμβανε μερικούς αξιωματικούς και λίγους στρατιώτες ρωμαίους πολίτες ως συνοδούς ή σωματοφύλακες του πολιτικού διοικητή, το υπόλοιπο αποτελείτο από πρώην στρατιώτες κυρίως, εντόπιους, αφού οι επιτόπιες αρχές τους καλούσαν στα όπλα. Όλες οι διατάξεις όπως και η πολιτική οργάνωση συντελούσαν στη διάδοση και επικράτηση της λατινικής γλώσσας. Η διατήρησή της επί των μεμονομένων ορεινών φρουρών δείχνει πόσο ήταν ευρεία η διάδοση και επί των πεδιάδων και πόσο ο διεξαχθείς εκεί πόλεμος μεταξύ των δύο γλωσσών, της Ελληνικής και της Λατινικής, υπήρξε έντονος και πώς κατέληξε στη νίκη της Ελληνικής.
Αλλά αν ο προερχόμενος από τις ελληνικές χώρες στρατός διέμενε στους τόπους προέλευσής του, αν οι παλαίμαχοι αμειβόμενοι εγκαθίσταντο στις πατρίδες τους, αν οι φτωχοί με τη θέλησή τους κατατάσσονταν στον στρατό, όλα αυτά σημαίνουν ότι οι επί του Αίμου εγκατασταθέντες κατά της ληστείας στρατιώτες κατάγονταν από εκεί, οι εγκατασταθέντες στα όρη της νυν Αλβανίας ήταν εντόπιοι, οι εγκατασταθέντες στα όρη της Ελλάδας ήταν Έλληνες κ.οκ. Μόνο εντόπιοι φτωχοί άνθρωποι θα δέχονταν να μεταλλάξουν τον βίο τους γινόμενοι, αν δεν ήταν, ορεσίβιοι, όταν γνώριζαν ότι θα μπορούσαν από τα αγαπητά τους βουνά να βλέπουν τη γενέθλιο κώμη τους, να επισκέπτονται τους οικείους και να εκλέξουν γυναίκα κατά την πρώτη τουλάχιστον εγκατάσταση, όταν δεν είχαν ακόμα σχηματίσει οικογένειες και δεν είχαν αποκτήσει ακόμα παιδιά. Μόνο τότε θα γίνονταν εθελοντές τέτοιου βίου. Για κάθε ξένο αυτό θα ήταν καταδίκη, περισσότερο δε για τον πεδινό Δάκα, ο οποίος επρόκειτο να κατοικεί άγονα ψηλά όρη και τόπους ψυχρούς.
Ώστε οι φρουροί των βουνών της Μακεδονίας ήταν ντόπιοι και χρησιμοποιούνταν προς τήρηση της τάξης και ησυχίας και προς ασφάλεια των οδών και κλεισωρειών από εγχώριους ληστές και από κάθε επιδρομή κακοποιών ανθρώπων από γειτονικές φτωχότερες ή κατωτέρου πολιτισμού χώρες. Αυτά γίνονται δεκτά, διότι οι νόμοι και η οργάνωση του ρωμαϊκού κράτους απαιτούσαν αυτό. Εκεί, όπου απαιτείτο η εφαρμογή των ρωμαϊκών νόμων, είναι μάρτυρες οι συνοικισμοί των σημερινών Βλάχων. Αλλά αυτά σημαίνουν ότι οι Βλάχοι αυτοί είναι Έλληνες που απέβαλλαν τη γλώσσα τους. Η λατινογλωσσία τους δηλώνει ότι πιθανότατα οι περισσότεροι τουλάχιστον εγκαθίσταντο στα όρη ως veterani, αφού είχαν ήδη μάθει τη λατινική γλώσσα στον στρατό.
Οι φρουροί αυτοί αμείβονταν κατώτερα από τους κύριους στρατιώτες. Επί Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-1054)  ή με τη λήξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επήλθε και η λήξη της στρατιωτικής ιδιότητας των ανθρώπων αυτών. Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνουν τότε οι ορεσίβιοι αυτοί άνθρωποι, αφού έχασαν τον τακτικό τους πόρο; Αύξησαν τα ποίμνια, και επειδή δεν ήταν δυνατόν να τα συντηρούν στα ψυχρά όρη κατά τον χειμώνα, τα οδηγούσαν στις πεδιάδες και επανέρχονταν το καλοκαίρι στα επί των βουνών μόνιμα χωριά τους. Πολλοί όμως κατοίκησαν στη θερμή χώρα της Θεσσαλίας, η οποία έχοντας κοντά πεδιάδες και όρη, θερινές και χειμερινές βοσκές, ήταν καλύτερη πατρίδα τέτοιων κτηνοτρόφων παρά η δυτική Μακεδονία, της οποίας οι πεδιάδες ήταν εκτίθεντο σε βαρείς χειμώνες και ήταν πολύ ψυχρές, επειδή έχουν ύψος ανώτερο των 600 μέτρων πάνω από τη θάλασσα. Αφού αυξήθηκαν λοιπόν στη Θεσσαλία, αποτέλεσαν τη «μεγάλη Βλαχία» του μεσαίωνα σε αντίθεση με τη «μικρή Βλαχία» στην Ακαρνανία, η οποία προήλθε από όμοια κάθοδο.
Από τους οροφύλακες αυτούς προήλθαν οι κλέφτες των χρόνων της Τουρκοκρατίας και από τους κλέφτες προήλθαν οι αρματωλοί.
Ένα επιχείρημα του Κεραμόπουλου για το ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας δεν έχουν καμιά σχέση με τους Δάκες είναι το εξής: Στις πεδιάδες των χειμαδιών κάθε ποιμένας έχει τον κοπατσάρη, ο οποίος είναι ελληνόφωνος, Έλληνας πεδινός, ντόπιος κτηνοτρόφος. Η λέξη κοπατσάρις, την οποία δεν έχουν οι Δακορρουμάνοι, διά της κατάληξης –άρις δηλώνει ότι είναι λατινογενής (πρβλ. μακελλάρις κ.λπ.). Ο όρος κοπατσάρις είναι συναφής προς τον βίο των Βλάχων της Ελλάδας και χαρακτηρίζει αυτόν κυριότατα κτηνοτροφικό, αντίθετα προς τον Δακορρουμανικό βίο, ο οποίος ήταν κατά μέγα μέρος γεωργικός.
Αλλά, αν το όνομα κοπατσάρις και ο νόμος, τον οποίον τούτο ως νομικός όρος προϋποθέτει, παραπέμπουν τη ρύθμιση της κτηνοτροφίας των Βλάχων στους χρόνους ακμής της λατινικής γλώσσας και δηλώνουν αλλοτριότητα προς τη Δακία, όπου είναι άγνωστα, άλλος όμως σπουδαίος τεχνικός όρος, σλαβικός, δείχνει ότι των Βλάχων της Ελλάδας η αναστροφή στις πεδιάδες επικουρήθηκε γλωσσικά, όταν είχαν επιδράμει οι Σλάβοι. Ο όρος αυτός είναι ο δηλών τον αρχιποιμένα τσέλνικας.
Οι Δακορρουμάνοι κανέναν από τους όρους αυτούς της κοινωνικής οργάνωσης των Βλάχων της Ελλάδας δεν έχουν, ώστε η ανάπτυξη του ποιμενικού νομαδικού βίου των Βλάχων έγινε στη Μακεδονία και Θεσσαλία και δεν ήρθε από τη Δακία. Αλλά και οι τεχνικοί όροι του γεωργικού βίου των Βλάχων της Ελλάδας είναι παλιές λατινικές λέξεις (aralu = άροτρο, vomera = ηνίο, sarclare = σκαλίζω), αντί των οποίων οι Δακορρουμάνοι έχουν σλαβικές, ώστε και η ανάπτυξη του γεωργικού βίου είναι ιθαγενής στην Πίνδο και αγνοεί τη Δακία.
Ο Κεραμόπουλος συμπεραίνει ότι φυλετικά οι Κουτσόβλαχοι είναι οι καθαρότεροι των Ελλήνων, επειδή ήταν οι λιγότερο προσιτοί σε επιμειξία, όπως και μερικοί άλλοι Έλληνες απόκεντρων φτωχών μερών (Περισσότερες πληροφορίες για τις απόψεις του Κεραμόπουλου για τους Βλάχους μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του «Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι», έκδ. 1939).
Κωνσταντίνος Κούμας: Ο πρώτος νεοέλληνας ιστορικός που υποστήριξε την ελληνική καταγωγή των Βλάχων
Ο Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836) μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος Νεοέλληνας ιστορικός. Το κύριο έργο του είναι Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων (έκδ. 1830-1832). Είναι επίσης ο πρώτος που υποστήριξε ότι οι Βλάχοι είναι γηγενείς Έλληνες που εκλατινίστηκαν γλωσσικά κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Γράφει μεταξύ άλλων ο Κούμας: «Εξ περίπου εκατονταετηρίδας, έως ου ήρχισε να πίπτη η δύναμις της Ρώμης, όλη η την σήμερον ονομαζομένη Ευρωπαϊκή Τουρκία έγεμεν από στρατεύματα Ρωμαϊκά, επάρχους και άρχοντας Ρωμαίους. Αποτέλεσμα ταύτης της πολυχρονίου επιμιξίας ήτο ότι Μακεδόνες, Θετταλοί, Έλληνες έμαθαν την γλώσσαν των νικητών των, και πολλοί έχασαν την ιδικήν των. Εις μόνον τας μεγάλας πόλεις αντείχεν η Ελληνική γλώσσα, και τα βουνά της Ιλλυρίας απέκρουαν τον αλλόφυλον. Οι δε κάτοικοι χωρίων και κοιλάδων ανέμιξαν τας εγχωρίους γλώσσας των με την Ρωμαϊκήν, και ούτω κατασκεύασαν ανάμικτον τι παραμόρφωμα διαλέκτου, σωζόμενον εισέτι εις πολλά μέρη της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θετταλίας και Ελλάδος» (Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, έκδ. 1832, τόμος ΙΒ’, σελ. 520-522).
Ο γλωσσικός εκλατινισμός των Ελλήνων. Πώς οι ελληνόφωνοι Ηπειρώτες, Μακεδόνες και Θεσσαλοί έγιναν λατινόφωνοι Βλάχοι
Ο Γεώργιος Νακρατζάς, υποστηρικτής της μη Ελληνικής καταγωγής των Βλάχων, γράφει: «Τις τελευταίες δεκαετίες διατυπώθηκε και η παράξενη θεωρία ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων της Πελαγονίας (Φλώρινα-Μοναστήρι), οι οποίοι εκλατινίσθηκαν…Στην αρχαιότητα δεν σημειώθηκε ποτέ εκλατινισμός συμπαγών ελληνικών πληθυσμών, επειδή η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού ήταν τόσο εκτυφλωτική, ώστε ήταν σε θέση να επιβάλλει τον εξελληνισμό ακόμα και στους Ρωμαίους αποίκους, όπως έγινε στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην Κόρινθο και στην Ιωνία» (Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων, έκδ. 1996, σελ. 52).
Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζει ο Νακρατζάς, ο γλωσσικός εκλατινισμός Ελλήνων είναι ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του Βυζαντινού χρονογράφου Ιωάννη του Λυδού (6ος μ.Χ. αιώνας), ο οποίος στο βιβλίο του «Περὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Ρωμαίων Πολιτείας» (261,68 έκδ. Βόννης) γράφει:
«Νόμος ἀρχαῖος ἦν πάντα μὲν τὰ ὁπωσοῦν πραττόμενα παρὰ τοῖς ἐπάρχοις, τάχα δὲ καὶ ταῖς ἄλλαις τῶν ἀρχῶν, τοῖς Ἰταλῶν ἐκφωνεῖσθαι ρήμασιν…, τὰ δὲ περὶ τὴν Εὐρώπην πραττόμενα πάντα τὴν ἀρχαιότητα διεφύλαξεν ἐξ ἀνάγκης, διὰ τὸ τοὺς αὐτῆς οἰκήτορας, καίπερ Ἕλληνας ἐκ τοῦ πλείονος ὄντας, τῇ τῶν Ἰταλῶν φθέγγεσθαι φωνῇ, καὶ μάλιστα τοὺς δημοσιεύοντας» (= Υπήρχε αρχαία συνήθεια, όλα βέβαια όσα συνέβαιναν με οποιονδήποτε τρόπο στις διοικήσεις των επαρχιών, και ίσως ακόμη και στις άλλες κρατικές υπηρεσίες, να κοινοποιούνται στη φραστική διατύπωση των Λατίνων…, και όσα πάλι συνέβαιναν μέσα στη Βαλκανική Χερσόνησο, κι αυτά όλα κράτησαν από ανάγκη την αρχαία μορφή τους, εξ αιτίας του ότι οι κάτοικοί της, παρά το γεγονός ότι ήταν Έλληνες στην πλειονότητά τους, μιλούσαν ωστόσο στη Λατινική γλώσσα, και προπαντός όσοι ασκούσαν δημόσιο επάγγελμα).
Από το απόσπασμα αυτό του Ιωάννη Λυδού φαίνεται ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της Βαλκανικής χερσονήσου (τη Βαλκανική χερσόνησο ο Ιωάννης Λυδός την ονομάζει Ευρώπη) ήταν Έλληνες και μιλούσαν ωστόσο τη Λατινική γλώσσα.
Ο διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Μιλτιάδης Χατζόπουλος με βάση επιγραφικές μαρτυρίες αποκαλύπτει εκλατινισμό Μακεδόνων (Βέροιας) και Ηπειρωτών (Φωτικής) (BalkanStudies, 21, 1980, 90). Τον γλωσσικό εκλατινισμό των Ελλήνων παραδέχεται και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu, ο οποίος γράφει: «Η Μακεδονία και ένα μεγάλο μέρος των νοτίων περιοχών της χερσονήσου εκλατινίσθηκαν ή τουλάχιστον είχαν γίνει δίγλωσσα. Εδώ η λατινική ήταν ομιλουμένη και γραφομένη όσο και η ελληνική γλώσσα» (Uneenigmeetunmiraclehistorique: lepeopleroumain, Bucarest 1942, 67).
Γλωσσικός εκλατινισμός έγινε και στους Έλληνες της Θεσσαλίας, όπως επιβεβαιώνεται από λατινικό επιγραφικό υλικό της Πελασγιώτιδας και Περραιβίας. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του 2ου Πανεπιστημίου Λυών BrunoHelly γράφει: «Από τις επιγραφές προκύπτει ότι από τον 1ο αι. π.Χ. πολλαπλασιάζονται οι Έλληνες που φέρουν λατινικά ονόματα: Σαλβία, Σεκούνδα, Μαρκος, Σεβήρος. Την ίδια εποχή πολλοί φέρουν ονόματα λατινικών γενών· δεν κατάγονται βέβαια από την Ιταλία αυτοί που γίνονται ταγοί στη Λάρισα, που νικούν σε διαγωνισμούς επιγράμματος ή σε παραδοσιακά αγωνίσματα, που απελευθερώνουν δούλους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κοινού…, φαίνεται ότι σταδιακά συγκροτήθηκε όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο μια κατηγορία Θεσσαλών βαθύτερα επηρεασμένη από τη λατινική γλώσσα.
Αυτή η επίδραση θα έπρεπε ίσως να συσχετισθεί με την ύπαρξη αυτοκρατορικών κτήσεων στις Φέρες και ασφαλώς και στα βορειοδυτικά, μεταξύ του Ολύμπου και της Πίνδου, στα σύνορα της επαρχίας. Εκεί ακριβώς βρέθηκαν οι περισσότερες λατινικές επιγραφές της Θεσσαλίας, οριοθετικές επιγραφές, μιλιάρια-επίσημα κείμενα βέβαια, το περιεχόμενο όμως των οποίων ήταν σημαντικό για την καθημερινή ζωή των κατοίκων» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 6, σελ. 183).
Επί ρωμαιοκρατίας οι περιοχές Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου ενώνονται και δημιουργείται επαρχία με το όνομα Μακεδονία. Εδώ κατά τον Ρουμάνο καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Bochum της Γερμανίας Cicerone Poghirc συντρέχουν όλοι οι παράγοντες λατινοφωνίας των Ρωμαίων πολιτών της νέας επαρχίας, δηλαδή ο στρατός, το εμπόριο και οι οικονομικές δραστηριότητες και η ρωμαϊκή διοίκηση (Romanisation linguistique et culturelle dans les Balkans, Les Aroumains, INALCO 1989, 17-31). Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος δεν ανεχόταν άγνοια της λατινικής από Έλληνες κατόχους του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτη (βλ. Δίων Κασσιος, LX, 17, 4).
Ο καθηγητής Poghirc θεωρεί ως κυριότερο παράγοντα λατινοφωνίας τον στρατό για δύο λόγους. Πρώτον, διότι οι Ρωμαίοι εκτιμούσαν τις στρατιωτικές ικανότητες των Μακεδόνων, τους οποίους και θαύμαζαν. Δεύτερον, διότι οι Μακεδόνες μπαίνοντας στον ρωμαϊκό στρατό με τη θέλησή τους έβρισκαν διέξοδο στην ανεργία χάρη στη μισθοδοσία, στις προσφορές και στα προνόμια. Επιπλέον, πέτυχαν και την ασφαλέστερη φύλαξη των συνόρων από τους γείτονές τους (Α. Λαζάρου, Ελληνισμός και λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 2009, τόμος Α, σελ. 537-538). Κατά τον Poghirc απόδειξη της γλωσσικού εκλατινισμού των Ελλήνων του βορειοελλαδικού χώρου είναι και τα λατινογενή τοπωνύμια.
Ο καθηγητής της ρωμαϊκής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεόδωρος Σαρικάκης γράφει: «Αλλ’ εκείνος, όστις προέβη εις συστηματικήν επιστράτευσιν των Μακεδόνων και εγύμνασεν αυτούς κατά τον Ρωμαϊκόν τρόπον, είναι ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος. Αναφέρεται ότι ούτος κατήρτισε δύο ολόκληρους λεγεώνας εκ του γηγενούς πληθυσμού της Μακεδονίας, τας οποίας εχρησιμοποίησεν εις τους εναντίον των Βησσών αγώνας του» (Ρωμαίοι άρχοντες της επαρχίας Μακεδονίας, Α’, Θεσσαλονίκη 1971, 15 και 18).
Ο καθηγητής Poghirc ορίζει τη Βόρεια Ήπειρο ως απαρχή της λατινοφωνίας των Ελλήνων. Την αποδίδει στην αναγκαστική ρωμαιοελληνική στρατιωτική σύμπραξη προς αναχαίτιση ιλλυρικών επιδρομών, βλαπτικών τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Ρωμαίους. Ο εκλατινισμός των Ηπειρωτών έγινε, διότι έπρεπε να υπάρχει ένα κοινό γλωσσικό όργανο για τον συντονισμό των ρωμαιοελληνικών πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των Ιλλυριών. Την απαρχή της λατινοφωνίας των Ελλήνων τη χρονολογεί το 229 π.Χ.. Από τότε η λατινοφωνία των Ηπειρωτών αυξάνεται, επειδή επ’ αμοιβή υπηρετούν στα Ρωμαϊκά Βοηθητικά σώματα. Αυτοί είναι οι πρώτοι Βλάχοι του ελληνικού χώρου.
Ο Χρ. Χρηστοβασίλης το 1902 έγραψε ότι οι Βλάχοι «έχουσι φρόνημα ελληνικώτατο και ομιλούσιν, ως μητρικήν, και την ελληνικήν γλώσσαν» και ότι είναι «Έλληνες γνήσιοι, αποδεχθέντες την λατινικήν γλώσσαν εν καιρώ της Ρωμαιοκρατίας, ως απεδέχθησαν ταύτην εκατομμύρια όλα Γαλατών, Κελτών, Ιβήρων κ.λπ.» (Η δύναμις του Ελληνισμού εν Ηπείρω και τα δίκαια αυτού, Αθήνησι 1902, 3).
Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Απόστολος Βακαλόπουλος σε άρθρο του με τίτλο «Ο γλωσσικός εκλατινισμός των κατοίκων της Ηπειρωτικής Ελλάδας» υποστηρίζει ότι η μακραίωνη ρωμαιοκρατία «δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει (σ.σ. γλωσσικά) τους κατοίκους της Ηπειρωτικής Ελλάδας…Την απόδειξη μας τη δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού Ιωάννης Λυδός στο Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας έργο του, όπου γράφει ότι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας (σ.σ. με το όνομα Ευρώπη ονομαζόταν τότε η Βαλκανική), αν και οι περισσότεροι ήσαν Έλληνες, μιλούσαν τα λατινικά, προ πάντων οι δημόσιοι υπάλληλοι, ήταν δηλαδή λατινόφωνοι ή και δίγλωσσοι» (Ιστορία της Μακεδονίας από τα προϊστορικά χρόνια ώς το 1912, Θεσσαλονίκη 1983, 48-49).
Τον γλωσσικό εκλατινισμό των Ελλήνων, και συγκεκριμένα των αρχαίων Μακεδόνων, επιβεβαιώνει και ο Στίπλων Κυριακίδης: «Ο γλωσσικός εκρωμαϊσμός των Μακεδόνων οφείλεται εις την υπηρεσίαν αυτών εις τον ρωμαϊκόν στρατόν όπως εις το αυτό γεγονός οφείλεται και ο γλωσσικός  εκρωμαϊσμός των Γαλλατών, των Ισπανών κτλ. Είναι γνωστόν ότι υπήρχε Μακεδονική λεγεών, εγκατεστημένη παρά τον Δούναβιν. Αύτη διά να ονομάζεται Μακεδονική, απετελείτο προφανώς από Μακεδόνας, και κυρίως ορεινούς, οι οποίοι ένεκα του αγόνου του εδάφους αυτών εδέχοντο προθύμως να καταταγούν εις τας ρωμαϊκάς λεγεώνας, όπου και εξέμαθον την παρεφθαρμένην στρατιωτικήν γλώσσαν των Ρωμαίων, εφ’ όσον η υπηρεσία αυτών κατά κανόνα εξετείνετο εις μίαν εικοσαετίαν. Μετά την απόλυσιν αυτών εγκαθίσταντο συνήθως εις τον τόπον της καταγωγής των, φέροντες μεθ’ εαυτών και την ρωμαϊκήν γλώσσαν» (περ. Μακεδονικά, 5, 1961-1963).
Στην πραγματικότητα οι Έλληνες, και ιδίως οι Μακεδόνες, ήταν αυτοί που εκλατίνισαν τους Δάκες. Από τα αρχαία κείμενα εξάγουμε το συμπέρασμα ότι δυόμισι αιώνες πριν την κατάκτηση της Δακίας (101-106 μ.Χ.) από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό, στις μονάδες του οποίου συμμετείχαν Έλληνες στρατιώτες και η 5η Μακεδονική Λεγεώνα, υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός των ελληνικών χωρών. Πολύ σωστά λοιπόν ο R. Rosler έγραψε το 1871 τα εξής: «Οι μεν εν τη Ελληνική χερσονήσω Βλάχοι, οι σημερινοί κυρίως Κουτσόβλαχοι λεγόμενοι, αποτελούσι την Μητρόπολιν, οι δε πέραν του Δουνάβεως εν Δακία οικούντες είναι εν μέρει και άποικοι τούτων και κατά συνέπειαν η βλαχική γλώσσα, η Κουτσοβλαχική, είναι γέννημα και θρέμμα αυτής της Ελληνικής Χερσονήσου» (Γιώργης Έξαρχος, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμάνοι), έκδ. 2001, τόμος Α’, σελ. 66).
Η λατινογλωσσία των Ελλήνων και των Ιλλυριών επί Ιουστινιανού
Μια ισχυρή απόδειξη κατά της θεωρίας ότι οι Βλάχοι ήρθαν από τη Δακία είναι ότι οι Έλληνες και οι Ιλλυριοί μιλούσαν βλάχικα ήδη από την εποχή του Ιουστινιανού. Ο Ρώσος ιστορικός Μ. Β. Λεφτσένκο γράφει: «Ο Ιουστινιανός ήταν ανιψιός του Ιουστίνου και καταγόταν από οικογένεια Ιλλυριών αγροτών που ζούσαν κοντά στους Σκοπούς (Σκόπια), στα σύνορα Μακεδονίας και Αλβανίας, στο τμήμα του Ιλλυρικού, όπου μιλούσαν ακόμα τη λατινική γλώσσα» (Ιστορία του Βυζαντίου, έκδ. 1952, σελ. 61-62). Ομοίως και ο καθηγητής Γεώργιος Κόλλιας γράφει: «Ο αυτοκράτωρ (Ιουστινιανός) ήτο Ρωμαίος από την Ιλλυρίαν· είχε γεννηθή εις το Ταυρήσιον παρά τα Βεδερίανα, ουχί μακράν της πόλεως των Σκοπίων, εις την επαρχίαν Δαρδανίας, όπου η λατινική γλώσσα και όχι η ελληνική ήτο η γλώσσα των κατοίκων» (Ιστορία των μέσων χρόνων, τεύχος 2ον, σελ. 234-235). Άρα στην Δαρδανία οι Ιλλυριοί είχαν εκλατινισθεί γλωσσικά και εξακολουθούσαν να μιλάνε λατινικά την εποχή του Ιουστινιανού.
Ο Προκόπιος στα τέλη του 5ου αιώνα στο έργο του «Περί Κτισμάτων» χρησιμοποιεί ορισμένες λατινικές λέξεις από εκείνες που μιλούσαν οι κάτοικοι της Δαρδανίας και της Ιλλυρίας, δηλαδή λέξεις βλάχικες της εποχής του Ιουστινιανού. Τις λέξεις αυτές αναγκάζεται να ερμηνεύσει , ώστε να μπορούν να γίνουν κατανοητές από αυτούς που γνώριζαν μόνο την Ελληνική. Ας δούμε τα χωρία αυτά:
- «…πόλιν ἐπιφανεστάτη ἐδείματο, ἥνπερ Ιουστινιανὴν ὠνόμασε Πρίμαν (πρώτη δὲ τοῦτο τῇ Λατίνων φωνῇ δύναται)» (IV α 19) [= ο Ιουστινιανός έκτισε περίφημη πόλη που της έδωσε το όνομα Πρίμα Ιουστινιανή (τα σημερινά Σκόπια) (το πρίμα στη λατινική γλώσσα σημαίνει πρώτη)].
Εδώ η λατινική λέξη είναι πρίμα που σημαίνει πρώτη.
- «…Σεκούνδαν αὐτὴν Ἰουστινιανὴν ἐπωνόμασε. Σεκούνδαν γὰρ τὴν δευτέραν Λατίνοι λέγουσι» (IV α 30) (= Την ονόμασε Σεκούνδαν Ιουστινιανή. Σεκούνδαν στη λατινική γλώσσα ονομάζουν τη Δεύτερη).
Εδώ η λατινική λέξη είναι σεκούνδαν που σημαίνει δεύτερη.
- «Διὸ Ριπασίαν καλοῦσι Ρωμαῖοι τὴν ταύτην Δακίαν· ρίπα γὰρ ἡ ὄχθη τῇ Λατίνων καλεῖται φωνῇ» (IV ε 11) (= Γι’ αυτό Ριπασία ονομάζουν οι Ρωμαίοι τη Δακία· διότι ρίπα ονομάζεται η όχθη στη γλώσσα των Λατίνων).
Εδώ η λατινική λέξη είναι ριπασίαν. Ρίπα στα λατινικά ονομάζεται η όχθη.
- «Πόντες δὲ τὸ ἐπὶ Δακίας ὁμωνύμως τῷ ἔργω ἐκλήθη. Πόντην γὰρ τὴν γέφυραν Ρωμαῖοι τῇ Λατίνων καλοῦσι φωνῇ» (IV στ 16).
Εδώ η λατινική λέξη είναι το πόντες. Πόντη στα λατινικά ονομάζεται η γέφυρα.
- «Πακάτοι δὲ οὗτοι τανύν οἱ Μαυρούσιοι ἐπικαλοῦνται, πάκεν γὰρ τὴν εἰρήνην τῇ Λατίνων καλοῦσι φωνῆ» (IV γ 11).
Εδώ η λατινική λέξη είναι πακάτοι. Πάκεν στα Λατινικά ονομάζεται η ειρήνη.
- «Πυργοκάστελλον… πεποίηκε. Καστέλλους γαρ τα φρούρια τη Λατίνων καλούσι φωνή» (II ε 9-10).
Εδώ ο Προκόπιος παραθέτει τη λέξη πυργοκάστελλον. Κάστελλοι στα Λατινικά ονομάζονται τα φρούρια.
Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Ιουστινιανός και οι κάτοικοι της περιοχής της Δαρδανίας μιλούσαν Βλάχικα αποτελεί το πραγματικό του όνομα Ουπράβδα, καθώς και το όνομα του πατέρα του Ιστόκ και της μητέρας του Βιγλενίτζα. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος μη γνωρίζοντας Βλάχικα νόμιζε ότι τα ονόματα αυτά ήταν Σλαβικά, και έτσι θεώρησε τον Ιουστινιανό σλαβικής καταγωγής. Αλλά πώς είναι δυνατόν ο Ιουστινιανός να είναι Σλάβος, όταν οι Σλάβοι δεν είχαν ακόμα έρθει στα Βαλκάνια; Το όνομά του και τα ονόματα των γονέων του ετυμολογούνται από τα Βλάχικα. Το Ουπράβδα ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη πράβντα που σημαίνει ‘ισχυρός, δυνατός’. Το Ιστόκ ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη ίτσκου (αναγραμματισμένη) που σημαίνει ‘δυνατός, ανδρείος’. Το Βιγλενίτζα ετυμολογείται από τη βλάχικη λέξη  βίγλα που σημαίνει ‘σκοπός, φύλακας’.
Γραπτή μαρτυρία βλαχικού λόγου τον 7ο μ.Χ αιώνα
Μετά τις βλάχικες λέξεις του Προκοπίου συναντάμε τη φράση «ἐπιχωρίω γλώττη…ρετόρνα» και «τόρνα, τόρνα φράτερ» του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη, ο οποίος έζησε τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Ο Σιμοκάττης διηγούμενος την εκστρατεία του στρατού του Βυζαντίου υπό τον στρατηγό Κομεντίολο εναντίον των Αβάρων αναφέρει τα εξής: Κάποιο πρωί, θέλοντας ο Κομεντίολος να αιφνιδιάσει τους Αβάρους ενώ κοιμόνταν, ακούστηκε ένας οδηγός ημιόνου, στην πλάτη του οποίου είχε μισογείρει το φορτίο, να φωνάζει απευθυνόμενος στους συναδέλφους του «τόρνα, τόρνα φράτερ» και οι στρατιώτες νόμιζαν ότι τους δίνουν διαταγή να κάνουν μεταβολή λόγω αιφνιδιαστικής εμφάνισης άλλου εχθρού. Γύρισαν λοιπόν τότε προς τα πίσω κραυγάζοντας «ἐπιχωρίω γλώττη…ρετόρνα». Ο οδηγός ημιόνου φώναζε «γέρνει το φορτίο» και οι στρατιώτες του βυζαντινού στρατεύματος νόμιζαν ότι τους φώναζε «γυρίστε, γυρίστε», γι’ αυτό και τράπηκαν σε φυγή φωνάζοντας «τόρνα, τόρνα», που στα βλάχικα σημαίνει ‘γέρνω, γυρνώ, γυρίζω, επιστρέφω’.
Συνάγεται λοιπόν ότι οι στρατιώτες ήταν Βλάχοι και μιλούσαν την επιχώρια φωνή, δηλαδή βλάχικα, και επιβεβαιώνεται αυτό το γεγονός με τις λέξεις ρετόρνα και τόρνα που σημαίνουν ‘γέρνω, γυρνώ, γυρίζω, επιστρέφω’ και φράτερ που σημαίνει ‘αδερφός’. Οι στρατιώτες παρανόησαν το νόημα της λέξης τόρνα.
Ο Βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Παχυμέρης θεωρούσε τους Βλάχους αυτόχθονες
Οι υποστηρικτές της θεωρίας ότι οι Βλάχοι ήρθαν από τη Δακία, παραπέμπουν στον Βυζαντινό συγγραφέα του 11ου αιώνα Κεκαυμένο, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι προέρχονται από τους Δάκες. Αποσιωπούν όμως την άποψη του Βυζαντινού ιστορικού του 13ου αιώνα Γεωργίου Παχυμέρη, σύμφωνα με τον οποίο οι Μεγαλοβλαχίτες της Θεσσαλίας και της Φθιώτιδας είναι «τὸ παλαιὸν Ἕλληνες, οὓς Ἀχιλλεύς ἦγε». Δηλαδή ο Παχυμέρης θεωρούσε ότι οι Μεγαλοβλαχίτες κατάγονται από τους Έλληνες του Αχιλλέα. Αυτοί που παραπέμπουν στον Κεκαυμένο αγνοούν ότι η πηγή αυτή είναι παντελώς πλαστή, διότι η πληροφορία αυτή για κάθοδο Βλάχων από Δακία προέρχεται από εμβόλιμο χωρίο, που από τον 19ο αιώνα επισημαίνουν διαδοχικά πολλοί επιστήμονες (Tomaschek, Gyoni, Lamerle, Cakkova-Petkova), δηλώνοντας και την πατρότητά του, Ρωμαϊκή Ιστορία του Δίωνος Κασσίου (155-235 μ.Χ.), όπου η κάθοδος αφορά στους Κοστοβώκους, οι οποίοι είχαν φθάσει μέχρι και την Ελευσίνα (βλέπε Αχιλλέα Λαζάρου, Ελληνισμός και λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έκδ. 2009, τόμος Α’, σελ. 607).
Ο Αντώνιος Κεραμόπουλος αναφέρει ότι επειδή σήμερα έχουμε πλουσιότερες ιστορικές πηγές από ό, τι ο Κεκαυμένος και βρίσκουμε τους λόγους του αμάρτυρους, σημαίνει ότι όλη η κίβδηλη ιστορία περί σπουδαίων αλλά φανταστικών γεγονότων είναι ερμηνευτικό πλάσμα του Κεκαυμένου. Δεν τολμά να πατήσει επί πραγματικού ιστορικού εδάφους, ορίζοντας διά ονομάτων τον χρόνο των κινήσεων προς νότο. Ο Κεκαυμένος έγραψε υβριστικό δημοσιογραφικό άρθρο κατά των Βλάχων, οι οποίοι ανήκαν στο αντίθετο πολιτικό κόμμα και γι’ αυτό τον λόγο τους μισούσε. Δηλαδή ο Κεκαυμένος έκανε κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε ο αρχαίος ιστορικός Πολύβιος, ο οποίος χαρακτήρισε βαρβάρους τους Αιτωλούς, επειδή τους μισούσε, παρά το γεγονός ότι οι Αιτωλοί ήταν αποδεδειγμένα Έλληνες (Αντωνίου Κεραμόπουλου, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, έκδ. 1939, σελ. 22-23).
Εξάλλου εκτός από την άποψη αυτή του Κεκαυμένου υπάρχει και η άποψη του Ιωάννη Κίνναμου (1143-1185), ο οποίος θεωρούσε τους Βλάχους ως άποικους από την Ιταλία. Ούτε όμως αυτή η άποψη ευσταθεί. Επί δημοκρατίας πρωίμως δεν στάλθηκαν άποικοι Ρωμαίοι σε υπερπόντιες ξένες χώρες, ενώ αυτοί που κάποτε στάλθηκαν (Κόρινθος) όπως και όλοι οι επί του Αυγούστου και έπειτα εξελληνίσθηκαν στην Ελλάδα, χωρίς να αφήσουν ίχνη. Επί των αυτοκρατόρων στέλνονταν σε εύφορες χώρες παλαίμαχοι και άλλοι εκλατινισμένοι κάτοικοι, όχι όμως πολίτες Ρωμαίοι Ιταλοί, επειδή οι Ιταλοί ήταν λίγοι σε σύγκριση προς το παγκόσμιο κράτος της Ρώμης. Καμιά ποτέ αποικία δεν στάλθηκε στη δυτική Μακεδονία, χώρα φτωχή και απρόσιτη προς αποικισμό. Επειδή οι Βλάχοι έχουν παλαιά κατοικία απρόσιτα ή δυσπρόσιτα όρη ψυχρά και φτωχά, δεν είναι δυνατόν να ήταν αρχικά Ιταλοί Ρωμαίοι πολίτες σταλέντες εκεί.
Οι Βλάχοι της Θεσσαλίας είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων Περραιβών
Ο Στράβων γράφει για τους Περραιβούς: «Ἔπειτα τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν Περραιβῶν καὶ ἐπὶ τῶν Αἰνιανῶν συνέβη…οἱ μὲν οὖν Αἰνιᾶνες…ἐξηλάσθησαν ὑπὸ τῶν Λαπιθῶν…τινὲς δ’ ἔμειναν περὶ Κύφον, Περραιβικὸν ὄρος, ὁμώνυμον κατοικίαν ἔχον. Οἱ δὲ Περραιβοί, τινὲς μὲν συσταλέντες περὶ τὰ ἑσπέρια τοῦ Ὀλύμπου μέρη κατέμενον αὐτόθι, πρόσχωροι ὄντες Μακεδόσι, τὸ δὲ πολὺ μέρος εἰς τὰ περὶ τὴν Ἀθαμανίαν ὄρη καὶ τὴν Πίνδον ἐξέπεσε» (Στραβ. 442, 22).
Ο ακαδημαϊκός Αντώνιος Κεραμόπουλος τονίζει: «Εκ πάντων τούτων συνάγεται, ότι εις την Θεσσαλικήν πεδιάδα κατήρχοντο εκ των γειτονικών όρεων…κτηνοτρόφοι…και διέμενον μετά των κτηνών των εις την Θεσσαλικήν πεδιάδα κατά την ψυχράν περίοδον του χειμώνος και επανήρχοντο εις τα όρη περί το έαρ. Ούτος ήτο ο βίος των αρχαίων Περραιβών, ελληνικής φυλής, ελληνογλώσσου βεβαίως. Αλλά αυτός ούτος είναι και ο βίος των σημερινών Βλάχων, λατινόγλωσσων όμως» (Ο Στράβων, οι Περραιβοί και οι Βλάχοι, ΕΕΦΣΠΑ, 4, 1953-1954, 56). Σε άλλη του μελέτη γράφει: «Μόνοι είναι διακριτοί οι Περραιβοί διά τον ιδιάζοντα βίον των· είναι μετανάσται. Αλλά μετανάσται εις τα αυτά μέρη είναι σήμερον οι Βλάχοι». Και αλλού σημειώνει: «Η λατινογενής γλώσσα, ην έχουν σήμερον οι Βλάχοι, επεδήμησεν εις την Μακεδονικήν ή Ηπειρωτικήν ή Θεσσαλικήν κοινήν ορεινήν ή την πεδινήν χώραν επί της Ρωμαιοκρατίας» (Ο Στράβων και οι Βλάχοι της Πίνδου, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 23, 1953, 71). Επομένως οι Βλάχοι της Θεσσαλίας είναι εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες Περραιβοί.
Ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Bochum της Γερμανίας Cicerone Poghirc βασιζόμενος στα λατινογενή τοπωνύμια της Θεσσαλίας, προ πάντων της Περραιβίας, βεβαιώνει ότι αυτά αρκούν ως απόδειξη αδιατάρακτης και αδιάλειπτης ανά τους αιώνες υπάρξεως Βλάχων στις τωρινές θέσεις τους από την αρχαιότητα ώς σήμερα (Romanisation linguistique et culturelle dans les Balkans, Les Aroumains, INALCO 1989, 17-31).
Απόδειξη της αυτοχθονίας και ελληνικής καταγωγής των Βλάχων της Περραιβίας, όπως παρατηρεί ο ρωμανιστής-βαλκανολόγος Αχιλλεύς Λαζάρου, αποτελεί και το πανάρχαια ελληνικό τοπωνύμιο της περραιβικής πρωτεύουσας Ολοσσών-Ελασσών, που σώζεται στο στόμα των Βλάχων-Αρμάνων με τον τύπο Λασούν, δηλωτικό υπάρξεως των χρηστών του στην περιοχή πριν από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και πριν από κάθε υποτιθέμενη κάθοδο από Δακία-Ρουμανία (Ελληνισμός και λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τόμος Α’, σελ. 570-571).
Ελληνικής καταγωγής είναι και οι Βλάχοι των Σκοπίων και του Αίμου
Δεν είναι μόνο ελληνικής καταγωγής οι Βλάχοι της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, αλλά και οι Βλάχοι των Σκοπίων και του Αίμου. Και πώς είναι δυνατόν οι Βλάχοι των Σκοπίων να μην είναι Έλληνες, όταν, όπως αποδεικνύουμε σε αυτή την ιστοσελίδα, ακόμα και οι Σλαβόφωνοι των Σκοπίων (οι Σκοπιανοί) είναι Έλληνες στην καταγωγή. Σε αντίθεση όμως με τους Σκοπιανούς, οι οποίοι δεν έχουν ελληνική συνείδηση, οι Βλάχοι των Σκοπίων είχαν ελληνική συνείδηση.
Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Krste Bitoski, ο οποίος σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1968 στα Σκόπια περί της δράσεως της Μητροπόλεως Πελαγονίας 1878-1912) γράφει: «Κατά τους εκκλησιαστικούς αγώνες του το Μακεδονικό έθνος (σ.σ. οι Σκοπιανοί) δεν θα έρθει αντιμέτωπο με Έλληνες, αλλά κυρίως με τους Βλαχογκραικομάνους…Οι Βλάχοι αυτοί κατά πλειοψηφία φανατικοί γκραικομάνοι βαθμιαίως καθίστανται η κύρια δύναμη παρά το πλευρό της μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης ελληνικής ιδέας: Οι ναοί και τα σχολεία της πόλεως Μοναστηρίου κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ήταν σε ελληνικά χέρια». Και πώς να μην είναι και οι Βλάχοι του Αίμου Έλληνες, όταν εκεί ζούσαν και Σαρακατσάνοι, οι οποίοι αποδεδειγμένα είναι Έλληνες, και κατά τον ανθρωπολόγο Άρη Πουλιανό είναι ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης. Συγκεκριμένα οι Σαρακατσάνοι ζουν στην καρδιά της Βουλγαρίας και είναι επί χιλιάδες χρόνια οι ίδιοι φυλετικά, διατηρώντας ελληνικές συνήθειες, ήθη και έθιμα. Συνάγουμε λοιπόν το συμπέρασμα ότι και οι Βλάχοι του Αίμου είναι Ελληνικής καταγωγής.
Η διγλωσσία των Βλάχων
Κατά τον Ούγγρο ρωμανιστή-βαλκανολόγο, ακαδημαϊκό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουδαπέστης Mathias Gyoni «όλα συνηγορούν στο να πιστέψουμε ότι οι Βλάχοι πρέπει να ήταν δίγλωσσοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους» (Byzantinoslavica, 12, 1951, 42).
Ομηρικές λέξεις στο βλαχικό ιδίωμα;
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στη βλάχικη διασώζονται λέξεις ομηρικές και προομηρικές, λέξεις που δεν συναντάμε στη λατινική και ρουμανική γλώσσα, κάτι που αποδεικνύει ότι οι Βλάχοι έχουν αρχαιοελληνική καταγωγή και ότι οι πρόγονοί τους ζούσαν στην Ελλάδα τουλάχιστον από τα χρόνια του Ομήρου. Ο Γιώργης Έξαρχος στο βιβλίο του «Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμάνοι)» (έκδ. 2001, τόμος Α’, σελ. 76-79) έχει συγκεντρώσει αρκετές τέτοιες λέξεις. Οι απόψεις αυτές είναι παρακινδυνευμένες. Όπως θα δείτε από τον παρακάτω πίνακα, η λέξη μανίε (=μανία) δεν προήλθε κατευθείαν από τα ομηρικά, αφού η ίδια λέξη χρησιμοποιείτο στη μεσαιωνική ελληνική. Επίσης η βλαχική λέξη κάνε (=σκύλος) δεν προήλθε από τα αρχαία ελληνικά, αλλά από τα λατινικά. Όπως και το ουν, που προέρχεται από το λατινικό unoκαι όχι δήθεν από το ελληνικό ιν/εις(ενός).
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ                                  ΒΛΑΧΙΚΑ
ἀκή = ακίδα, αιχμή.                                      άκου = βελόνα, ακίδα
ἀμέλγω = αρμέγω                                         μούλγκου = αρμέγω
ἀτραπός = στενός δρόμος, μονοπάτι            τράπου = στενός δρόμος,
ἄττα = πατέρας                                             τάτα = πατέρας
βάλανος = βαλανίδι                                      βαλάνι = βαλανίδι
βαλιός = λευκός, με λευκά στίγματα           μπάλιου =με λευκά στίγματα
βοῦς = βόδι                                                  μπόου = βόδι
γυρός = στρογγυλός,γιούρου = στρογγυλός
δάος = βασανισμένος, δυστυχής                 ντάιου = δυστυχής
ἰν (αντί ἐν) = εντός, εις                                ιν = εντός, εις
ἴν (αντί εἷς) = ένας                                       ουν = ένας
ἴς = δύναμη                                                  ίσου, ίτσου = δυνατός
κάγκανος = ξηρός          κάγκανου = ξερό χόρτο κέλυφος = περίβλημα                                  καλούφι = περίβλημα
κύπειρος και κύπρον = ελώδες φυτό           κιπρί = ελώδες φυτό
κύων = σκύλος                                             κάνε = σκύλος
λάω = θέλω, επιθυμώ                                   λιάου = παίρνω, θέλω
μᾶ (αντί μάτηρ, μήτηρ) = μητέρα                 μα = μητέρα
μαία = τροφός, μαμή, μαία                           μάια = γιαγιά, τροφός, μαμή
μάλα = πάρα πολύ                                        μάλα = πάρα πολύ
μάνδρα = μαντρί, στάβλος                           μάντρα = μαντρί, στάβλος
μανία = μανία                                               μανίε = μανία, θυμός
ὄις = πρόβατο                                               οάε = πρόβατο
ράμνος = είδος ακανθώδους θάμνου           ράμνι και αράμνι = είδος
                                                                     θάμνου
τένδω, τένθω = κουρύω, ξυρίζω, κόβω      τούντου = κουρεύω, ξυρίζω
ὠόν = αυγό                                                  όου = αυγό
Λέξεις της τσακωνικής στη βλαχική
Στη Βλάχικη διασώζονται λέξεις της τσακωνικής. Η τσακωνική διάλεκτος, ως γνωστόν, προήλθε από τη δωρική διάλεκτο της αρχαίας Ελληνικής. Το γεγονός λοιπόν ότι λέξεις της τσακωνικής διασώζονται στη βλάχικη αποτελεί απόδειξη ότι οι Βλάχοι κατάγονται από τους Δωριείς. Ας δούμε μερικές τέτοιες λέξεις:

ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ                                                     ΒΛΑΧΙΚΑ
γιούρε = γύρος                                               γιούρε = γύρος
ζάρα = κομμένο γάλα                                    τζάρου = τυρόγαλο
κάλασε και κάλεσε = πρόβατο                      καλέσου = κριάρι
κατούνα = καλύβα                                         κατούνα = καλύβα
κοκή = κοπάδι                                                κουπίε ή κουπί = κοπάδι
κόρμπο = μαύρος, δυστυχής                          κόρμπου = κόκορας
κοτσινέ = κόκκινος                                         κοάτσινου = κόκκινος
λιάρα = κατσίκα ασπροκόκκινη                     λιάρου και λιάρα = γίδα
Το αριθμητικό σύστημα τηε βλαχικής διαφέρει από το αντίστοιχο ρουμανικό
Η Ελληνική καταγωγή των Βλάχων αποδεικνύεται και από το αριθμητικό σύστημα του ιδιώματός τους. Ο ρωμανιστής-βαλκανολόγος Αχιλλεύς Λαζάρου αναφέρει ότι στο γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων διασώζεται αριθμητικό σύστημα, που διαφέρει ολότελα από το αντίστοιχο της ρουμανικής γλώσσας και ανάγεται απ’ ευθείας στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Ας δούμε ένα παράδειγμα:
Αρχαιοελληνικά: Ἓν ἐπὶ εἴκοσι (Ο δωρικός, βοιωτικός, θεσσαλικός τύπος του είκοσι γράφεται με δίγαμμα: Fίκατι)
Λατινικά: Viginti unus, a, um (ήunus, a, um et viginti)
Ρουμανικά: Docazeci si unu (ή una)
Βλαχικά: Unspraγiγinti (<unum supra viginti).
Όλες οι λέξεις τόσο στα ρουμανικά όσο και στα βλαχικά είναι λατινικές. Αλλά, όπως παρατηρεί ο Λαζάρου, μόνο στο βλαχικό ιδίωμα το δομικό αριθμητικό σύστημα αποτυπώνεται απόλυτα, πληρέστατα, το δημώδες-διαλεκτικό αρχαιοελληνικό, φυσικά με παραλλαγμένους φωνολογικά τους λατινικούς όρους. Διατηρούνται δηλαδή στα βλαχικά αρχαιοελληνικά δομικά συστήματα, τα οποία αποτελούν τεκμήρια της πρωτινής γλώσσας των χρηστών του, δηλαδή της ελληνικής (Ελληνισμός και λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 2009, τόμος Α’, σελ. 47 και 524).
Κοινά ήθη και έθιμα στους Βλάχους της Ελλάδας και στους Έλληνες
Μια άλλη απόδειξη της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων της Ελλάδας είναι ότι έχουν κοινά ήθη και έθιμα με τους άλλους Έλληνες, τα οποία διαφέρουν από αυτά των Ρουμάνων. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνιος Κεραμόπουλος βεβαιώνει ότι τα έθιμα των Βλάχων και των Ελλήνων στη Δυτική Μακεδονία είναι τα ίδια, αλλά οι Βλάχοι τηρούν κάποια ανεξέλικτα, όπως την ενδυμασία, την οποία οι άλλοι κάτοικοι μετέβαλαν λόγω της επαφής τους με τον άλλο κόσμο (Αντωνίου Κεραμόπουλου, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, έκδ. 1939, σελ. 46). Η οικία των Βλάχων είναι όμοια με αυτήν των ελληνόφωνων γειτόνων τους, όπως και τα έθιμα της γέννησης, του γάμου, του θανάτου, των γιορτών. Οι Βλάχοι φορούν και τον Αύγουστο μάλλινα φορέματα, όπως και οι περισσότεροι ελληνόφωνοι γείτονες, ενώ οι Ρουμάνοι άνδρες και γυναίκες, ορεινοί και πεδινοί, φορούν εντελώς διάφορα και άλλου τύπου και διαφορετικής διακόσμησης.
Ο Capidan μελέτησε το παιχνίδι των αστραγάλων στους Ρουμάνους, στους Σλάβους και στους Αλβανούς. Η μελέτη δείχνει ότι τα ονόματα των αστραγάλων και των μερών τους στους Βλάχους της Ελλάδας προέρχονται από τα Ελληνικά, και άλλα μεν λήφθηκαν από την αρχαία Ελληνική (ίππος, βασιλεύς, κύριλλος), άλλα δε εκ της νεότερης Ελληνικής (βασιλιάς, αυλάκι, ψάλτης, το πανελλήνιο αμάδα, κόκαλο κ.λπ.), κάτι που δείχνει ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας συνοικούν με τους Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Εντελώς διαφορετικά είναι όλα τα ονόματα στους Δακορρουμάνους, το οποίο δείχνει ότι καμιά σχέση δεν έχουν με τους Βλάχους της Πίνδου. 
Η κτηνοτροφία στην αρχαία Ελλάδα ως απόδειξη της ελληνικής καταγωγής των Βλάχων
Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι Βλάχοι δεν έχουν ελληνική καταγωγή, επειδή δεν υπήρχουν αρχαίοι Έλληνες κτηνοτρόφοι. Οι υποστηρίζοντες αυτή την άποψη έχουν πλήρη άγνοια της καθημερινής ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, όπως μαρτυρείται από πολλούς αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Ο Γιώργης Έξαρχος στο βιβλίο του Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμάνοι), (έκδ. 2001, τόμος Α’, σελ. 115-135) παρουσιάζει αποσπάσματα από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, από όπου αποδεικνύεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες ασχολούνταν με την κτηνοτροφία.
Ο Ούγγρος ρωμανιστής-βαλκανολόγος MathiasGyoni, καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουδαπέστης, επιβεβαιώνει ότι «από την Ομηρική περίοδο η κτηνοτροφία αιγοπροβάτων αποτελούσε σημαντικό κλάδο της ελληνικής οικονομικής ζωής» (La transhumance des Vlaques balkaniques aumoyenage, Byzantinoslavica, 12, 1951, 39-40). Η ενασχόληση όμως των Ελλήνων με την κτηνοτροφία είναι ακόμα παλαιότερη, από τη νεολιθική εποχή. Ο καθηγητής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γεώργιος Χουρμουζιάδης επιβεβαιώνει ότι οι κάτοικοι της Θεσσαλίας ασχολούνταν με την κτηνοτροφία κατά τη νεολιθική περίοδο (Ανθρωπολογικά, 1, 1980, 128).
Μια απόδειξη ότι οι Βλάχοι είναι αυτόχθονες, απόγονοι αρχαίων Ελλήνων κτηνοτρόφων, δίνει ο ακαδημαϊκός P. Papahagi. Ο Papahagi τονίζει την ανυπαρξία στη ρουμανική γλώσσα του βλαχικού ρήματος κτηνοτροφικής ορολογίας saragescu, το οποίο ετυμολογεί από το αρχαίο ελληνικό σαλαγέω-ώ (με ρωτακισμό, δηλαδή τροπή του λ σε ρ), που σημαίνει ‘κατευθύνω με φωνές τα βοσκήματα’.
Άνοδος και όχι κάθοδος Βλάχων
Τελικά είναι πολύ πιθανόν ότι συνέβη άνοδος και όχι κάθοδος Βλάχων. Ο Jorga υποστηρίζει ότι από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία ανήλθαν Βλάχοι μέχρι τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Ακόμα και ο Κωνσταντίνος Άμαντος δέχεται με κάποια επιφυλακτικότητα ότι «μετακινήσεις έγιναν του λαού τούτου (των Βλάχων) μεγάλαι – από των νοτίων του Δουνάβεως από του δωδεκάτου και δεκάτου τρίτου αιώνος προς βορράν αυτού, εις την σημερινήν Ρουμανίαν – αλλ’ είναι δυσπαρακολούθητοι» (Μακεδονικά – Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, έκδ. 1920, σελ. 24-25).
Ο καθηγητής K. Kadlek υποστηρίζει ότι υπήρξε άνοδος Βλάχων από τη Θεσσαλία (RevuedesEtudesHongroises, 6, 1928, 2-3, 271). Άνοδο Βλάχων υποστηρίζουν ακόμα και Ρουμάνοι επιστήμονες, όπως οι OvidDensusianu (Histoiredelalangueroumaine, 1901), T. Papahagi (GraisiSulfet, 1, 1923-1924, 228), N. Roman (GraiulRomanesc, 3, 1928, 55), A. Sacerdoteanu (Anuarul Institutului de Istorie Nationala, 5, 1928-1930, 497), I. Siadbei (Originile dialectelorromine, 1933, 19), Ch. Cotosman, P. David. ΟιC. DaicoviciuA. Daicoviciu ανακοινώνουν την άνοδο σε διεθνή συνέδρια (La Dacie et sa romanite, Actes du Colloque International organise par le Secretariat general de l’ Association Internationale des Etudes du Sud – Est Europeen. Mamaia, Roumanie, 1-2 Septembre 1968. Bucarest 1970, 253).
Οι Βλάχοι της Βορείου Ηπείρου θεωρούνταν Έλληνες τον 19ο αιώνα
Ο Victor Berard στα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρει τους Βλάχους της Βορείου Ηπείρου ως Έλληνες. Ο Ιταλός Luciano Magrini δεν γράφει για διαφορετικό λαό Βλάχους, παρά μόνο για Ηπειρώτες Έλληνες.
Το γεγονός της Ελληνικότητας των Βλάχων της Ηπείρου επιβεβαιώνεται από το ότι η Μοσχόπολη ήταν κέντρο του Ελληνικού πολιτισμού. Για ενάμιση αιώνα πρώτη πόλη της Βορείας Ηπείρου υπήρξε η Μοσχόπολη, η οποία μεταμορφώθηκε σε ακμαία πολιτεία 40-60.000 κατοίκων με το δεύτερο από τα δύο τυπογραφεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με μια σπουδαία ελληνική ακαδημία, με δημόσια βιβλιοθήκη, με πολυάριθμα σχολεία και μορφωτικά ιδρύματα, με πνευματική και καλλιτεχνική ζωή, με εκρηκτική εμπορική και βιομηχανική κίνηση. Θα σκεφτείτε ότι αυτό το Ελληνικό κέντρο πολιτισμού θα κατοικείτο από Έλληνες. Και όμως όλοι οι Μοσχοπολίτες ήταν Βλάχοι, κάτι που αποδεικνύει ότι οι Βλάχοι της Βορείας Ηπείρου την περίοδο εκείνη είχαν Ελληνική συνείδηση.
Ως γνωστό, πολλοί Βλάχοι υπήρξαν εθνικοί ευεργέτες. Αυτό ίσως που δεν είναι τόσο γνωστό είναι η προσφορά των Βλάχων εθνικών ευεργετών στους Έλληνες της Βορείας Ηπείρου με προτίμηση στον τομέα της παιδείας. Ο Κωνσταντίνος Κίτσος γράφει: «Τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία από τη μια μεριά και τα περίφημα σχολεία του Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, της Μοσχοπόλεως, της Χειμάρρας, της Πρεμετής, του Λαμπόβου, της Πολύτσανης, της Σωπικής, της Δρόβιανης του Δελβίνου κ.τ.λ. συνολικά 360, ανδρωμένα με τις γενναίες επιχορηγήσεις των μεγάλων ευεργετών Αδελφών Ζάππα, Αρσάκη, Σίνα, Ζωγράφου, Μπάγκα, Δούκα και άλλων, με τους 25.000 μαθητές τους, φέρανε μια πραγματική άνθηση της παιδείας και των γραμμάτων στην περιοχή, δημιούργησαν μια ακτινοβολία έξω και πέρα απ’ αυτή, και άφησαν μια λαμπρή παράδοση παιδείας, μοναδική για ένα τόσο μικρό τόπο σε τέτοια εποχή» (Τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία, Κεστοράτι Αργυροκάστρου: 1874-1891, Ιωάννινα 1985, 8).
Ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων μας δίνει την εξής πληροφορία: «Ως υπόδειγμα καλού σχολείου αναφέρεται εκείνο της Ελληνικής κοινότητας του Δυρραχίου. Εκεί τα 2.400 μέλη της κοινότητας (το 1/3 του πληθυσμού) συντηρούσαν λύκειο με 140 μαθητές και παρθεναγωγείο με 100 μαθήτριες» (Ο Ελληνισμός της Ηπείρου στις παραμονές της απελευθέρωσής του, 1905 περ. – 1912, Δωδώνη, 6, 1977, 364). Το Δυρράχιο ήταν ένα κουτσοβλαχικό λιμάνι.
Αλλά και οι Βλάχοι των Τιράνων, επικειμένης της Απογραφής του 1905, δηλώνουν στον Ρουμάνο διπλωμάτη N. Burileanu ότι δεν ανήκουν στη Ρουμανία αλλά στην Ελλάδα. Η Ελευθερία Νικολαΐδου γράφει: «Οι βλαχόφωνοι των Τιράνων, πιστοί στην ελληνική ιδέα, με σθένος απάντησαν ότι τίποτε το κοινό δεν συνέδεε τη Ρουμανία μ’ αυτούς, οίτινες στερρώς εχόμενοι των πατρώων, δεν θα επιτρέψωσι σκάνδαλα και ζιζάνια και ότι αι υποσχέσεις αυτού περί ιδρύσεως σχολής με πολλάς γλώσσας, και Εκκλησίας μεγαλοπρεπούς και προστασίας ισχυράς υπό την αιγίδα της Ρουμανίας, σκοπούσης, ως είπε, να συστήση και Προξενείον εν Δυρραχιω δεν δύνανται να μειώσωσι την απεριόριστη αγάπην των προς την Ελλάδα. Πρόσθεσαν επίσης πως κάθε απόπειρα δελεασμού τους με χρήματα ή άλλα μέσα θα ναυαγούσε, όπως είχε γίνει και στο παρελθόν» (Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητροπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελιγράδων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, Ιωάννινα 1897, 212). Από το απόσπασμα αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι Ρουμάνοι προσπαθούσαν να κάνουν τους Βλάχους των Τιράνων Ρουμάνους δελεάζοντάς τους με χρήματα και εκείνοι παρέμεναν πιστοί στον Ελληνισμό.
Συμπέρασμα
Οι Βλάχοι της Ελλάδας δεν ήρθαν από πουθενά. Είναι αυτόχθονες εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες και λόγω των δυσπρόσιτων περιοχών που έμεναν είναι οι πιο καθαροί φυλετικά από τους Έλληνες. Οι Βλάχοι είχαν και έχουν Ελληνική συνείδηση και προσέφεραν πάρα πολλά στον Ελληνισμό τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και της επανάστασης του 21 όσο και μεταγενέστερα, αφού πολλοί Βλάχοι υπήρξαν ευεργέτες του έθνους. Επομένως οι διάφορες απόψεις ότι οι Βλάχοι αποτελούν μειονότητα στην Ελλάδα ή ότι είναι Ρουμάνοι που δεν έχουν απελευθερωθεί (!) είναι εκτός τόπου και αποτελούν προπαγάνδα εις βάρος της Ελλάδας.

Μάριος Δημόπουλος

φιλόλογος-γλωσσολόγος, φυσικοπαθητικός διατροφολόγος, συγγραφέας

4 comments:

  1. «Είναι αυτόχθονες εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες και λόγω των δυσπρόσιτων περιοχών που έμεναν είναι οι πιο καθαροί φυλετικά από τους Έλληνες.»

    Πραγματικά; Και με ποιους μη Έλληνες αναμείχθηκαν οι υπόλοιποι;

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ε, μήπως κατέβηκαν σωρηδόν Τόσκηδες και Γκέγκηδες τον μεσαίωνα, εξού και τα τόσα αλβανικά επίθετα των Ελλήνων; Γκίνης, Τόλιας, Πέπας, Κόλλιας, Γκιόκας κλπ;;; Το επίθετο Γκίνης είναι καθαρά βορειοαλβανικό! Θα ήρθε στην κυρίως Ελλάδα δια αλεξίπτωτου; Στο Ελμπασάν βρίσκεις επίθετα, όπως Pepa! Στην Ελλάδα Πέπας! Στα Τίρανα επίθετο Reci και στον Γαλατά Ρέτσης. Λίγη σοβαρότητα δεν βλάπτει. Πάντοτε γίνονταν ενδοβαλκανικές μετακινήσεις ανάμεσα στην Ιλλυρία, Θράκη και κυρίως Ελλάδα από την προϊστορική περίοδο. Η τελευταία κάθοδος ήταν των Αρβανιτών. Ποιοι ήσαν ο Μπούα; Ανοδος Ηρακλειδών, επιστροφή τους κλπ κλπ. Οι Αλβανόφωνοι κατέβηκαν κατά φάρες, άρα τα επίθετα προσδίδουν προέλεσυση, σε αντίθεση με τα σλάβογενή και τουρκογενή επίθετα των Ελλήνων. Ουδεμία σχέση με Σλάβους και Τούρκους οι Έλληνες!

      Delete
    2. Τα ονόματα δεν προσδίδουν προέλευση πάντοτε. Είναι όλοι οι άνθρωποι με βιβλικά ονόματα Εβραίοι; Σαφώς και όχι.

      Delete
    3. Τα ονόματα όχι, τα επίθετα όμως ναι! Αν βρεις στα Σκοπια κάποιον με το επίθετο Papadopoulov ή Dimitriou δεν θα σκεφτείς ότι είχε Έλληνα προπάπου; Όταν λοιπόν βρίσκεις έναν Γκίνη εδώ και στη βόρεια Αλβανία υπάρχει οικογένεια Gjini, και εκεί που ζει ο Γκίνης στην Ελλάδα η περιοχή ονομάζεται Κρυεκούκι (από τα Αλβανικά κρύε, που σημαίνει κεφαλή, και το κούκ που σημαίνει κόκκινο) τι θες να σκεφτώ; Το όλο περίεργο είναι ότι τα αλβανικά τοπωνύμια στην Ελλάδα, ακόμα και εκεί που ζούσαν οι Αλβανόφωνοι Αρβανίτες, είναι ελάχιστα σε σχέση με τα σλαβικά τοπωνύμιο. Σλαβικά τοπωνύμια υπάρχουν και στην Ήπειρο και στην Αλβανία. Αυτό δίνει την εντύπωση ότι όλα τα Βαλκάνια είναι σλαβικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι η πραγματικότητα. Ιδιαίτερα οι Ηπειρώτες κάθε άλλο παρά Σλάβοι ήταν. Επομένως ή τα σλαβικά τοπωνύμια τα έφεραν στην Ελλάδα οι αρβανοτόφωνοι ή τα έφεραν εκσλαβισμένοι γλωσσικά ή μάλλον δίγλωσσοι (ελληνικά και σλαβικά) Μακεδόνες και Θρακιώτες. Τα σλαβογενή και τουρκογενή επίθετα των Ελλήνων όντως δεν προσδίδουν καταγωγή. Για παράδειγμα, οι Τούρκοι έδιναν τουρκικα παρατσούκλια στους Έλληνες, και αυτά τα παρατσούκλια απετέλεσαν τα επίθετά τους. Επίσης πολλοί μουσουλμάνοι Έλληνες πήραν ονόματα τουρκικά, άρα ούτε και αυτοί ήταν κατ' ανάγκη Τούρκοι. Βέβαια το άρθρο ομιλεί περί Βλάχων, αλλά περί του άρθρου ουδείς ομιλεί. Φαίνεται ότι είτε βαριέστε στην Ελλάδα να διαβάσετε είτε έχετε πρόβλημα κατανόησης!

      Delete