Στον στρατηγικό σχεδιασμό οφείλουμε πάντα να επανεξετάζουμε και να
αμφισβητούμε ανηλεώς τις σιωπηρές παραδοχές και τις προσδοκίες που ενσωματώνουμε
στο σκεπτικό μας για τις προθέσεις του εχθρού.
Η αποτυχία ταχείας ανατροφοδοτήσεως με νέες πληροφορίες και νέα αναλυτικά πλαίσια, μετασχηματίζεται σε δομική αδυναμία κατανοήσεως των γεωπολιτικών εξελίξεων, εξελίσσεται σε θεσμική αδράνεια, και καταλήγει σε εθνική καταστροφή.
Το έπαθε η Χεζμπολλάχ διότι βασίστηκε στην παραδοχή και στην προσδοκία ότι
το Ισραήλ θα επαναλάβει τον περιορισμένο πόλεμο του 2006, επειδή αυτό ήταν το
επικρατούν στρατιωτικό δόγμα.
Όμως το Ισραήλ είχε αλλάξει δόγμα. Η Χεζμπολλάχ δεν πρόλαβε να ενσωματώσει την
αλλαγή στο δικό της στρατιωτικό δόγμα. Οι ιδεολογικοί της αισθητήρες δεν διέβλεψαν
την αλλαγή και οι πολιτικο-στρατιωτικές της υποδομές δεν προσαρμόστηκαν
αναλόγως.
Η σιιτική οργάνωση υπέπεσε στο γνωστό λάθος πολλών στρατιωτικών. Επροετοιμάζετο
για να πολεμήσει βάσει των εμπειριών του τελευταίου πολέμου. Ασυγχώρητο λάθος.
H φράση «πολεμώντας τον τελευταίο πόλεμο» (fighting the last war), σημαίνει ότι βασίζεσαι σε ξεπερασμένες στρατηγικές, τακτικές ή εργαλεία
που ήταν επιτυχημένα σε μία προηγουμένη, γνωστή σύγκρουση, αλλά είναι
αναποτελεσματικά σε ένα νέο, μεταβαλλόμενο ή μελλοντικό σενάριο. Αυτή η προσέγγιση
συχνά οδηγεί σε ήττα, επειδή δεν προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.
Η φράση «don’t fight the last war» περιγράφει ένα διαχρονικό στρατηγικό
λάθος: οι στρατιωτικοί οργανισμοί προετοιμάζονται για τον πόλεμο που μόλις
έζησαν, αντί για αυτόν που έρχεται.
Ισχύει για τις επιχειρήσεις, την πολιτική, και την καθημερινή ζωή, όπου οι
επιτυχίες του παρελθόντος (π.χ. επενδυτικές στρατηγικές, τακτικές μάρκετινγκ)
θεωρούνται λανθασμένως ότι θα λειτουργήσουν και πάλι. Η ψυχική και νοητική εξάρτηση
από τις επιτυχίες του παρελθόντος μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία σε νέες
καταστάσεις. Οι παλιές τακτικές είναι αναποτελεσματικές ή ακόμη και
αυτοκτονικές έναντι νέων, εξελιγμένων απειλών.
Μετά από έναν μεγάλο πόλεμο τα δόγματα, οι σταδιοδρομίες, και οι προαγωγές των
αξιωματούχων βασίζονται στα «μαθήματα» του τελευταίου πολέμου. Οι επενδύσεις
κατευθύνονται σε όπλα που απέδωσαν τότε. Η εκπαίδευση αναπαράγει γνωστά
σενάρια. Όμως ο αντίπαλος δεν σχεδιάζει να επαναλάβει τον ίδιο πόλεμο. Προσαρμόζεται.
Αυτό ακριβώς έχουν υποστεί οι στρατηγικοί αισθητήρες του Ιράν. Ενισχύουν τις
παλαιές προσδοκίες, αντί να τις αμφισβητούν. Αναμένουν μία στρατιωτική κλιμάκωση
και ύστερα μία διπλωματική αποκλιμάκωση διότι όλες οι βασικές παραδοχές που
κάνουν βασίζονται σε παλαιά σενάρια.
Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται τις αμερικανο-ιρανικές διαπραγματεύσεις μέσα από
το δικό της αδρανές και αποστεωμένο πρίσμα, αντί να εξετάζει το πώς η
Ουάσινγκτον αντιλαμβάνεται τις αλλαγές που θέλει να επιφέρει στην Μέση Ανατολή.
Ένας περιφερειακός διπλωμάτης που συμμετέχει στην διαμεσολάβηση μίλησε για ένα
αυξανόμενο «χάσμα ταχύτητος» στην αντίληψη των εξελίξεων από πλευράς Ιρανών
αξιωματούχων.
Η Τεχεράνη πιστεύει ότι μπορεί να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις μέχρι τις
ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ ώστε να αποκτήσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η
ανοχή του Τράμπ έχει εξαντληθεί είτε επειδή πιέζεται αφορήτως από το Ισραηλινό λόμπι,
είτε επειδή έχει εγκαταλείψει όλες τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και έχει
υποταχθεί πλήρως στο στρατόπεδο των νεοσυντηρητικών, αδιαφορών για τις καταστροφικές
συνέπειες ενός νέου πολέμου στον Κόλπο.
Η ανοχή του Τράμπ στις καθυστερήσεις έχει εξαντληθεί. Από την πλευρά της η
Ιρανική κυβέρνηση εξακολουθεί να
συμπεριφέρεται σαν να παρέμεινε άθικτο το προηγούμενο διαπραγματευτικό πλαίσιο.
Όμως οι γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει επί τα χείρω για το Ιράν. Η
Χεζμπολλάχ και η Χαμάς δεν μπορούν να λειτουργήσουν πιά ως proxies για πολεμικές ενέργειες αντιπερισπασμού.
Οι Ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές είναι αμφίβολο αν θα εμπλακούν σε
απευθείας πόλεμο με τις Αμερικανικές δυνάμεις στην Μέση Ανατολή.
Το καθεστώς Άσσαντ δεν υπάρχει. Προς το παρόν, οι μόνοι που φαίνεται ότι θα
σταθούν στο πλευρό του Ιράν είναι οι Χούθι.
Επιπλέον το Δυτικό στρατόπεδο έχει αυξήσει τις ιταμές απαιτήσεις έναντι του
Ιράν. Θέτει ζήτημα περιορισμού έως καταργήσεως του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος.
Η Τεχεράνη επιχειρεί να διαχειριστεί μια νέα στρατηγική αντιπαράθεση χρησιμοποιώντας
παραδοχές που διαμορφώθηκαν σε μία διαφορετική εποχή. Η παλαιά διαπραγματευτική
εργαλειοθήκη έχει καταστεί παρωχημένη.
Οι Ιρανοί ηγέτες ερμηνεύουν τις αυξανομένη στρατιωτική παρουσία στην
περιοχή ως πίεση με στόχο την επιβολή διαπραγματεύσεων, και όχι ως προετοιμασία
για αλλαγή καθεστώτος.
Η κυρίαρχη πεποίθηση παραμένει ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει μια πυρηνική
συμφωνία και θέλει να αποφύγει έναν παρατεταμένο περιφερειακό πόλεμο.
Εκλαμβάνουν ως δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είναι αδιανόητο να επαναλάβουν αυτό που έκαναν
το 2003, την εισβολή στο Ιράκ. Και όμως, μπορεί να το επαναλάβουν.
Το ιρανικό δόγμα αποτροπής πριν από τον πόλεμο Ισραήλ–Χαμάς είναι
παρωχημένο. Στηρίχθηκε σε παραδοχές και προσδοκίες που πιά δεν έχουν σχέση με
την νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Αλλά το Ιράν συνεχίζει να διαπραγματεύεται
σαν να ισχύουν ακόμη αυτές προϋποθέσεις.
No comments:
Post a Comment