Είναι γνωστόν ότι οι άθεοι έχουν την
τάση να μετατρέπουν τα Θεϊκά όντα σε πράγματα προκειμένου να τα αποσυνδέσουν
από την ύπαρξή τους. Το αυτό πράττουν οι σχιζοειδείς χαρακτήρες όταν φοβούνται
μήπως τους απορροφήσει μία άλλη προσωπικότητα. Ως αμυντικό μηχανισμό
ενεργοποιούν την αποπροσωποποίηση των άλλων ανθρώπων. Τους βλέπουν ως πράγματα,
ποτέ ως πρόσωπα.
Για να έχει αποδεικτική ισχύ η στάση
των αθέων, προσπαθούν να ταυτίσουν τον όρο προσωπικός με τον όρο υποκειμενικός.
Αλλά η προσωπική αντίληψη δεν ταυτίζεται με την υποκειμενική.
Επειδή τους λείπει η εσωτερική
ενόραση(η ικανότητα ενός ατόμου να αντιλαμβάνεται, να παρατηρεί και να κρίνει
τον εσωτερικό του κόσμο), αδυνατούν να διαχωρίσουν την έννοια της αντιλήψεως
από την έννοια της πραγματικότητος.
Ο άθεος τελεί σε μία σχιζοφρενική
κατάσταση. Έχει χάσει κάθε ελπίδα. Θεωρεί ότι ως άνθρωπος, δεν αγαπάται από
τους Θεούς. Για να κατευνάσει τον ψυχικό πόνο, θεωρεί ότι είναι θεός ή ότι
ευρίσκεται στον Άδη, αποξενωμένος από τους Θεούς.
Ο άθεος είναι περισσότερο νεκρός
παρά ζωντανός. Αβέβαιος και διαχωρισμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, η ταυτότητα
και η αυτονομία του αυτο-αμφισβητείται διαρκώς.
Στερείται την εμπειρία της χρονικής
συνέχειας. Δεν κατέχει σταθερή αίσθηση προσωπικής συνέπειας και συνοχής.
Ανίκανος να βεβαιωθεί αν το υλικό από το οποίο αποτελείται είναι γνήσιο, καλό
και με αξία. Αισθάνεται τον εαυτό του αποχωρισμένο από το Ελληνικό Έθνος.
Δεν ζει σε ασφαλή κόσμο, ούτε
αισθάνεται ασφαλής.








